Sunday, February 10, 2013

Ο ΗΡΟΔΟΤΟΣ ΠΑΤΕΡΑΣ ΤΗΣ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑΣ ΚΑΙ Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΟΥ ΠΥΘΕΑ ΤΟΥ ΜΑΣΣΑΛΙΩΤΗ ΣΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΤΗΣ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑΣ


ΕΙΣΑΓΩΓΗ

   Ο όρος γεωγραφία περικλείει ένα ευρύ και συνεχώς μεταβαλλόμενο πεδίο  γνώσης. Πρόκειται για έναν καθαρά διεπιστημονικό κλάδο που συνήθως επηρεάζεται από τον ευρύτερο κοινωνικό και οικονομικό περίγυρο. Οι πολιτικές εξελίξεις επίσης παίζουν βασικό ρόλο στην ανάπτυξη και εξέλιξη της γεωγραφίας ανά τους αιώνες.
   H επιστήμη της Γεωγραφίας δεν αποτελεί ασφαλώς μία απαρίθμηση τοπωνυμίων ή ποσοτικών και αριθμητικών δεδομένων, ούτε όμως και μια δραστηριότητα που έχει να κάνει αποκλειστικά με την χαρτογραφία. Όλα αυτά θα παρέπεμπαν σε σχολική γνώση και όχι σε εμπεριστατωμένο επιστημονικό πεδίο. Σύμφωνα με ένα διαδεδομένο ορισμό, Γεωγραφία είναι αυτό που κάνουν οι γεωγράφοι. Αυτό που κάνουν οι γεωγράφοι ανανεώθηκε φυσικά πολλές φορές (Jones & Eyles, 1977). Ο Ηρόδοτος φαίνεται να είναι τελικά αυτός που πρώτος συνδύασε αρκετά από τα παρακλάδια της γεωγραφικής επιστήμης, με αποτέλεσμα να θεωρείται από αρκετούς σύγχρονους μελετητές όχι μόνο ως ο πατέρας της Ιστορίας, αλλά και ο πατέρας της Γεωγραφίας.
   Στην παρούσα εργασία, θα προσπαθήσουμε να αναδείξουμε τα επιχειρήματα εκείνα που θα μπορούσαν να υποστηρίξουν αυτή την άποψη. Στη συνέχεια θα επικεντρωθούμε συνοπτικά στο έργο ενός από τους κορυφαίους πανεπιστήμονες και γεωγράφους του αρχαίου κόσμου, του Πυθέα του Μασσαλιώτη και θα προσπαθήσουμε να εκτιμήσουμε πόσο επηρέασε τελικά το έργο του στις μετέπειτα εξελίξεις.



ΗΡΟΔΟΤΟΣ Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΤΗΣ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑΣ

   Ο Ηρόδοτος (485 – 421/415 π.Χ.) γεννημένος στην Αλικαρνασσό, εξορίστηκε στη Σάμο, για να ξαναγυρίσει κατόπιν στην ιδιαίτερη πατρίδα του, όπου λίγο αργότερα υποχρεώθηκε για δεύτερη φορά να εγκαταλείψει. Έκτοτε άρχισε τα ταξίδια του ως περιηγητής και ερευνητής σε διάφορα μέρη του τότε γνωστού κόσμου, μεταξύ των οποίων την Κύπρο, την Κολχίδα, την Συρία, την Αίγυπτο, την Βαβυλώνα και ασφαλώς τον υπόλοιπο ελληνικό χώρο.
   Ο χώρος που έδρασε, κυρίως η Μεσόγειος θάλασσα, αποτελούσε εκείνη την εποχή το κέντρο της Ευρώπης, που σημειωτέον δεν ήταν ηπειρωτικό αλλά θαλάσσιο. Παράλληλα όμως αποτελούσε και το λίκνο των επιστημών, συμπεριλαμβανομένης ασφαλώς και της Γεωγραφίας (Λεοντίδου,2011, 57,39-41). Ο Ηρόδοτος με όλες αυτές τις περιηγήσεις του, εγκαινιάζει θα λέγαμε μια νέα γενιά γεωγράφων-περιηγητών που βασίζονται στην αυτοψία και την έρευνα, αλλά κυρίως στις προφορικές παραδόσεις και στην ανταλλαγή πληροφοριών από διάφορες πηγές, που συνήθως αποτελούν τα αρχεία των πόλεων και οι αυτόχθονες κάτοικοι κάθε περιοχής.
   Πέραν όμως των διάφορων τοπογραφικών περιγραφών, οι οποίες αποτέλεσαν και το κύριο μέρος του ιστορικού του έργου και συμπεριελάμβαναν μεταξύ άλλων αναφορές στις φυσικές και καιρικές συνθήκες και στον τρόπο ζωής των κατοίκων των συγκεκριμένων περιοχών που επισκέπτονταν, ο Ηρόδοτος προχώρησε βαθύτερα από μία απλώς περιγραφική Γεωγραφία. Επηρεασμένος από την Ιωνική έννοια της συμμετρίας, διέπλεξε την ανθρώπινη με τη φυσική γεωγραφία με παραδείγματα όπως αυτό των δύο μεγάλων ποταμών, του Νείλου και του Δούναβη. Ταυτόχρονα εισήγαγε και νέους πολιτικούς όρους στη Γεωγραφία (Λεοντίδου,2011,49). Η θεώρηση του δε, ότι το κλίμα διαμορφώνει τον χαρακτήρα των ανθρώπων, συνιστά την μεταγενέστερη προσέγγιση του Γερμανικού Ντετερμινισμού (ή αιτιοκρατίας) κατά τον 19ο αιώνα.
   Σύμφωνα με αυτή τη σχολή, που απετέλεσε μια εκ των δύο αντιμαχόμενων σχολών του 19ου αιώνα, εποχή κατά την οποία η Γεωγραφία αναδεικνύεται ως συστηματική επιστήμη της φύσης και του ανθρώπου στα πανεπιστήμια των σύγχρονων εθνικών κρατών, το φυσικό περιβάλλον είναι αυτό που αποτελεί τον βασικό παράγοντα της ανθρώπινης δραστηριότητας, σε αντίθεση με την γαλλική σχολή της πιθανοκρατίας (ή και ποσιμπιλισμός, possibilism/possible), η οποία αναγνώριζε το δυναμικό ρόλο του ανθρώπινου υποκειμένου στην εξελικτική του πορεία και στη διαδικασία αλλαγής του χώρου. (Λεοντίδου,2011,71-78)
  Ένα άλλο χαρακτηριστικό που φαίνεται να συλλαμβάνει η γεωγραφική φαντασία του Ηροδότου και που σήμερα θα αποκαλούσαμε «αναδιάρθρωση» (Λεοντίδου,2011,153), είναι αυτό της προσέγγισης των γεγονότων σε «μακρύ χρόνο». Χαρακτηριστικό προς αυτό είναι το εξής απόσπασμα :
      Έπειτα θα συνεχίσω την ιστορία μου, μιλώντας το ίδιο για τις μικρές        όσο και για τις μεγάλες πόλεις . γιατί αυτές που κάποτε ήταν μεγάλες, οι περισσότερες έγιναν ασήμαντες κι όσες κάποτε ήταν  μικρές αποδείχτηκαν στην εποχή μου σπουδαίες. Ξέροντας, συνεπώς, ότι η ανθρώπινη ευημερία δεν μένει ποτέ για πολύ στον ίδιο τόπο, θα δώσω ίση προσοχή σε όλες τις πόλεις.(Ηρόδοτος,εκδ.1992: 30-31, Λεοντίδου,2011,153)
Εκτός από την αντίληψη της ευρύτερης έννοιας του χρόνου και την τοποθέτηση της γεωγραφίας στην αδυσώπητη ροή της ιστορίας, το συγκεκριμένο απόσπασμα θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελέσει ιδανικό παράδειγμα για την ακμή και παρακμή των πολιτισμών και των χώρων στους οποίους άνθησαν και που σαφώς είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι με την επιστήμη της Γεωγραφίας. Βέβαια αυτή η αντίληψη της ευρύτερης έννοιας του χρόνου, είχε εμφανιστεί νωρίτερα στον αρχαίο πολιτισμό των Μάγιας, που χρησιμοποιούσαν τις προηγμένες για την εποχή αστρονομικές μετρήσεις τους  για την πρόβλεψη αστρονομικών και κλιματολογικών φαινομένων σε πολύ μακρά διάρκεια, κάτι που σχετίζονταν ασφαλώς και με την εξίσου προηγμένη γεωργία τους (Πετροπούλου,2008,34).  Ωστόσο η διαφορετική αυτή προσέγγιση του τοπίου μέσα από το ευρύτερο πρίσμα του χώρου και του χρόνου δεν είχε αποκρυσταλλωθεί ως τότε στην μεσογειακών καταβολών «ευρωκεντρική» οπτική της γεωγραφίας.
   Η εισαγωγή νέων παραμέτρων και μεθόδων στην επιστήμη της Γεωγραφίας εκ μέρους του Ηροδότου, καθώς και η παραδοχή του για τις  κλιματολογικές συνθήκες ως καθοριστικού παράγοντα της εξέλιξης της ανθρώπινης δραστηριότητας, σε σημείο μάλιστα ώστε να καθορίσει σε ένα μεγάλο βαθμό τη σύγχρονη κλασική γεωγραφία, χωρίς όμως να αποκλείει την ίδια στιγμή και περισσότερο ευρείες έννοιες όπως αυτή του χώρου, του χρόνου και της ιστορίας, που ενσωματώθηκαν και κυριάρχησαν αργότερα στην σύγχρονη Γεωγραφία, είναι μερικά από τα σημαντικότερα επιχειρήματα της άποψης ότι ο Ηρόδοτος δικαίως μπορεί να χαρακτηριστεί και ως πατέρας της Γεωγραφίας.
   Στη συνέχεια θα εστιάσουμε την προσοχή μας σε έναν εξίσου σημαντικό επιστήμονα-γεωγράφο-εξερευνητή του αρχαίου κόσμου, στον Πυθέα τον Μασσαλιώτη.


Η ΕΥΡΩΠΗ ΚΑΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΥΘΕΑ


   Ο Πυθέας αποτελεί άλλο ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα των πολλών εκείνων αρχαίων Ελλήνων επιστημόνων και εξερευνητών, των οποίων το έργο δεν έχει αναγνωρισθεί, όσο τουλάχιστον θα έπρεπε, από τους σύγχρονους μελετητές. Αυτό οφείλεται κυρίως στο γεγονός, ότι το έργο που συνέγραψε ο ίδιος και που συγκέντρωνε ένα πλήθος γεωγραφικών και όχι μόνο πληροφοριών, σημειώσεων και παρατηρήσεων, δυστυχώς απωλέσθηκε. Το γνωρίζουμε μόνο αποσπασματικά από άλλους συγγραφείς με τον τίτλο Γης Περίοδος ή Περί Ωκεανού (Λάζος,1996,113).

 Ποιος ήταν όμως πραγματικά ο Πυθέας και ποια τα επιτεύγματα του, που τον κατατάσσουν στο πάνθεον των σημαντικότερων αρχαίων γεωγράφων πανεπιστημόνων; Αυτά τα ερωτήματα θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε ευθύς αμέσως.
   Γεννημένος στην Μασσαλία τον 4ο π.Χ. αιώνα, η οποία ως γνωστόν αποτελούσε ελληνική αποικία που είχαν ιδρύσει οι Φωκαείς γύρω στα τέλη του 7ου αιώνα π.Χ. (Λάζος,1996,81), πήρε εντολή από τους Τιμούχους της Μασσαλίας να κάνει ένα εξερευνητικό ταξίδι προς τη Β. Ευρώπη. Εικάζεται πως η εντολή αυτή είχε δοθεί  από τον ίδιο τον Μ. Αλέξανδρο, καθώς πολλά στοιχεία συνηγορούν ως προς αυτό (Λάζος,1996,117-118).  Ο πρωταρχικός σκοπός του ταξιδιού ήταν εμπορικός, καθώς οι άρχοντες της Μασσαλίας επιθυμούσαν, οι έμποροι της πόλης να φτάσουν ως τα νησιά του κασσιτέρου και του ήλεκτρου, παράλληλα όμως ήταν και επιστημονικός, αφού ο Πυθέας ήταν φημισμένος γεωγράφος και μαθηματικός (Λάζος,1996,107).           
   Συγκεκριμένα μάλιστα επιδιωκόταν, εκτός των άλλων, να χαρτογραφηθεί ένας δρόμος που κατέληγε στη Μασσαλία, από τη βόρεια θάλασσα μέσω της Κασπίας, κάτι που φυσικά επρόκειτο για γεωγραφικό σφάλμα, στο οποίο είχαν συμβάλει οι διάφορες ναυτικές αφηγήσεις καθώς και μυθικά γεγονότα ή θρύλοι (όπως λ.χ. η επιστροφή των Αργοναυτών) και άλλα. Οι χάρτες που είχαν στα χέρια τους οι Τιμούχοι, εμφάνιζαν τη βόρεια θάλασσα να ενώνεται με την Κασπία, οπότε ο Πυθέας θα επέστρεφε στη Μασσαλία μέσω Εύξεινου Πόντου, από εντελώς διαφορετική διαδρομή από αυτή που θα είχε πάρει κατά την εκκίνηση του ταξιδιού (Λάζος,1996,109-110).


  Ορμώμενος λοιπόν από το Λιμάνι της Μασσαλίας, της οποίας το γεωγραφικό πλάτος είχε υπολογίσει με απόκλιση μερικών λεπτών (43 3’ αντί 43 17’) με γνώμονα δικής του επινόησης (Λάζος,1996,120),  θα διαπλεύσει τις Ηράκλειες Στήλες (Γιβραλτάρ), μαζί με τον Ευθυμένη, τον άλλο Μασσαλιώτη θαλασσοπόρο-επιστήμονα, προτού χωρίσουν ο πρώτος για τις βόρειες ακτές της Ευρώπης και ο δεύτερος για τις ακτές της Δυτικής Αφρικής στον Ατλαντικό ωκεανό. Κατόπιν διέπλευσε την Μ. Βρετανία, την περίμετρο της οποίας κατόρθωσε να μετρήσει με εκπληκτική για τα δεδομένα της εποχής ακρίβεια. Παράλληλα μελέτησε το φαινόμενο της παλίρροιας στο στενό της Μάγχης, του οποίου την συχνότητα είχε αποδώσει στις φάσεις της σελήνης. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί, πως οι ίδιοι οι Βρετανοί θεωρούν, ότι ο Πυθέας είναι ο πρώτος που έκανε γνωστή την πατρίδα τους στην Ευρώπη, λεπτομέρεια που αναφέρουν σε πολλά σχολικά τους βιβλία (Λάζος,1996,132).
   Στη συνέχεια κατευθύνθηκε βόρεια μέχρι την απώτατη Θούλη, για την οποία πολλά εικάζονται, με τους περισσότερους ερευνητές να ισχυρίζονται ότι πρόκειται για τα νησιά Σέτλαντ (Shetland), άλλοι   να πιστεύουν ότι είναι η Ισλανδία και κάποιοι άλλοι όπως ο Έλληνας ιστορικός ερευνητής Χ. Λάζος να είναι βέβαιοι ότι ο Πυθέας προσέγγισε την Γροιλανδία (Λάζος,1996,108).


   Όπως και να χει, το ταξίδι του Πυθέα αποτελεί ορόσημο στην παγκόσμια ιστορία και γεωγραφία. Πρόκειται για το πρώτο επίσημα καταγεγραμμένο ταξίδι στο Βορρά, με πλήθος λεπτομερειών και επιστημονικών παρατηρήσεων, το οποίο έκανε γνωστές στον αρχαίο κόσμο χώρες και λαούς όπως η Βρετανική (Αγγλία), η Ιέρνη (Ιρλανδία), η Βαλτία (Νορβηγία) και η Θούλη (Ισλανδία). Ο Πυθέας αντιπροσωπεύοντας το ανήσυχο πνεύμα των Ελλήνων για γνώση, θέλησε να καταγράψει το άγνωστο και μέσα από τις άρτιες επιστημονικές τους παρατηρήσεις, κατόρθωσε να γκρεμίσει τις όποιες προκαταλήψεις και να ανατρέψει άρδην την εικόνα των ανθρώπων της εποχής εκείνης για τον κόσμο.


ΕΠΙΛΟΓΟΣ

   Είδαμε πώς ο Ηρόδοτος, επονομαζόμενος και ως ο πατέρας της Ιστορίας, εισήγαγε στην ιστορική του αφήγηση, γεωγραφικές και κλιματικές περιγραφές, βασιζόμενες στην αυτοψία και σε μαρτυρίες των ντόπιων πληθυσμών των περιοχών που επισκέπτονταν. Σε συνδυασμό με την οπτική του γεωγραφικού τοπίου μέσα από ένα ευρύτερο χωροχρονικό πλαίσιο και την επιρροή που άσκησε στους πρώτους σύγχρονους επιστήμονες  γεωγράφους του 19ου αιώνα, δικαιολογημένα θα μπορούσαμε να πούμε, του αποδόθηκε τα τελευταία χρόνια και ο τίτλος του πατέρα της Γεωγραφίας.
   Κατόπιν αναφερθήκαμε στον Πυθέα, ο οποίος όντας διακεκριμένος γεωγράφος, αστρονόμος, μαθηματικός, αλλά και κορυφαίος θαλασσοπόρος και εξερευνητής, 2000 χρόνια πριν από τον Κολόμβο και τον Βάσκο ντε Γκάμα, μετέτρεψε στην ουσία την αθέλητη περιπλάνηση του Οδυσσέα σε ηθελημένη αναζήτηση (Λεοντίδου,2011,50), φέρνοντας στο φως την πραγματική αλήθεια για περιοχές που ως τότε καλύπτονταν από το πέπλο του μύθου, του θρύλου και της φαντασίας και θα συνεχίζονταν να καλύπτονταν για άλλους δύο αιώνες, αφού κανένας δεν τολμούσε να επαναλάβει το εγχείρημα του (Λάζος,1996,145).
   Μέσα από το πολυδιάστατο έργο του, που περιελάμβανε ένα πλήθος γεωγραφικών μετρήσεων και παρατηρήσεων των διαφόρων γεωλογικών φαινομένων, διεύρυνε κατά πολύ όχι μόνο τα γεωγραφικά όρια της Ευρώπης και του εν γένει γνωστού κόσμου της εποχής, αλλά και αυτά της ίδιας της επιστήμης της Γεωγραφίας.  Εκτός όμως του ότι κατόρθωσε με την αξία του επιτεύγματος του, να πλατύνει τις γεωγραφικές γνώσεις της εποχής, καθοριστική υπήρξε και η συμβολή του στην πρόοδο πολλών επιστημών όπως της αστρονομίας, των μαθηματικών, της φυσικής, της ιστορίας και της λαογραφίας, καθιστώντας τον έναν από τους αρχαίους πανεπιστήμονες με την μεγαλύτερη επιρροή στις μετέπειτα εξελίξεις.

  
 Ιωάννης Κατής
Αθήνα, Νοέμβριος 2012

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

·       ·  Λάζος Χρήστος Δ., Το ταξίδι του Πυθέα στην άγνωστη Θούλη Εξερευνητικά ταξίδια των Ελλήνων στην κεντρική και δυτική Ευρώπη, Αθήνα, Αίολος 1996.
·      ·Λεοντίδου Λίλα, Αγεωγράφητος Χώρα Ελληνικά είδωλα στους επιστημολογικούς αναστοχασμούς της ευρωπαϊκής γεωγραφίας, Αθήνα, Προπομπός, 2005
·      · Πετροπούλου Κρίστη, Ευρωπαϊκές Γεωγραφίες, Τεχνολογία και Υλικός  Πολιτισμός, Καταβολές της Γεωγραφίας, οριοθετήσεις της «Ευρώπης» και όψεις του υλικού της πολιτισμού, Πάτρα, Ε.Α.Π.,2008


Thursday, January 24, 2013

ΤΟΛΜΗΣΤΕ ΝΑ ΣΑΣ ΓΡΑΨΕΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ!


Το τρικομματικό ολιγαρχικό - τυραννικό καθεστώς, εισέβαλε και διέλυσε με πολιορκητικό κριό την απεργία των εργαζομένων του μετρό στο σταθμό των Σεπολίων. Η γύρω περιοχή έχει αποκλειστεί καθώς 200-300 εργαζόμενοι άλλων μέσων έχουν προσέλθει για συμπαράσταση, και στους οποίους δεν επετράπη η προσέλευση στο σταθμό. Οι εργαζόμενοι στις συγκοινωνίες, συσπειρωμένοι, οφείλουν να κηρύξουν την απεργία τους πολιτική και όχι απλώς οικονομική και να ξεκινήσει επιτέλους η ρήξη με το πολιτικό κατεστημένο που θα οδηγήσει στην επανάσταση! Πρέπει από κάπου να γίνει επιτέλους μια αρχή, αλλού ήταν οι ανθρακωρύχοι, αλλού οι ναυτεργάτες, εδώ ας είναι οι εργαζόμενοι στα Μ.Μ.Μ. Άλλωστε ανέκαθεν ήταν η πιο πολυπαθής εργατική τάξη και η πιο αγωνιστική σε σχέση με ΟΛΟΥΣ τους υπόλοιπους δημόσιους υπαλλήλους, που έχουν τα μούτρα να τους επικρίνουν αντί να σπεύσουν να τους συμπαρασταθούν. Γκρεμίστε αυτό το σάπιο σύστημα και τις κυβερνήσεις που το συντηρούν και το υποθάλπουν τόσα χρόνια. Τολμήστε να κάνετε την αρχή  και ο κόσμος θα ακολουθήσει, τολμήστε να μείνετε στην Ιστορία!

Monday, January 21, 2013

Η Καντιανή κριτική θεωρία για το ηθικό πράττειν σε αντιπαράθεση με το γενεαλογικό εγχείρημα του Νίτσε.



ΕΙΣΑΓΩΓΗ

   Η Καντιανή δεοντοκρατική ηθική, αποτέλεσε μια από τις ωριμότερες και πληρέστερες εκφράσεις της ηθικής του Διαφωτισμού. Στον πυρήνα της βρίσκονται τόσο ο σεβασμός προς τον ηθικό νόμο, όσο και η έννοια του καθήκοντος ως πεμπτουσία της ηθικότητας, η οποία οφείλει να διαθέτει καθολικότητα και αναγκαιότητα.
   Στον αντίποδα της Καντιανής ηθικής τοποθετείται η Νιτσεϊκή προσέγγιση μέσω μιας «φυσικής ιστορίας της ηθικής», η πιο συστηματική αποτύπωσή της οποίας βρίσκεται στη Γενεαλογία της Ηθικής (1887). Εδώ ο Νίτσε στρέφεται εναντίον των βασικών αρχών της παραδεδομένης ηθικής αναλαμβάνοντας να βρει το προ-ηθικό νόημα των ηθικών μας αξιολογήσεων.
   Μέσα από αυτή την καθόλα διαφορετική προσέγγιση, ο Νίτσε μεταξύ άλλων, θα στραφεί εναντίον της Καντιανής ηθικής του καθήκοντος («ακόμη και στον γέρο-Καντ, η κατηγορική προσταγή μυρίζει σκληρότητα»).
   Στην παρούσα εργασία, θα προσπαθήσουμε να περιγράψουμε τα βασικά στοιχεία της Καντιανής ηθικής με άξονες τις έννοιες του σεβασμού στον ηθικό νόμο και του καθήκοντος και να αντιπαραθέσουμε την Καντιανή κριτική θεωρία για το ηθικό πράττειν στο γενεαλογικό Νιτσεϊκό εγχείρημα, η ύπαρξη και ο ρόλος του οποίου αντιτίθεται στον καθολικό και αναγκαίο χαρακτήρα της Καντιανής ηθικής. 




1.Η ΚΑΝΤΙΑΝΗ ΗΘΙΚΗ


1.1 ΗΘΙΚΟΣ ΑΝΑΣΤΟΧΑΣΜΟΣ

   Η ηθική πράξη σύμφωνα με τον Καντ (1724-1804), είναι ο έλλογος εκείνος τύπος συμπεριφοράς που υπερβαίνει τις ενστικτώδεις και αντανακλαστικές κινήσεις της φύσης, εφόσον ο ηθικός άνθρωπος πράττοντας το ορθό, ακόμα και αν αυτό βλάπτει το συμφέρον του, καλείται να υπερνικήσει τον οποιοδήποτε φυσικό καταναγκασμό και τα αίτια από τα οποία προέρχεται.[1]
   Η πράξη αυτού του είδους, δεν δέχεται καμία αμφισβήτηση,  καθώς αποτελεί μια αντικειμενική πραγματικότητα, η οποία εύκολα παρατηρείται τόσο σε ατομικό-προσωπικό επίπεδο, όσο και σε συλλογικό επίπεδο από την εν γένει εμπειρία του ανθρώπινου είδους.[2] Είναι αυτή μάλιστα, που διασώζει τον κοινωνικό βίο από την κατάρρευση, μέσω του ηθικού καταλογισμού, ή με άλλα λόγια αυτού που συνηθίζουμε να λέμε στην καθημερινότητα μας, ότι ο καθένας είναι υπεύθυνος για τις πράξεις του. Ο ηθικός καταλογισμός είναι αυτός που δεν επιτρέπει καμιά δικαιολογία για την απαξίωση μιας ανήθικης πράξης από οποιαδήποτε  εξωτερική αιτία και αν αυτή προέρχεται, είτε κοινωνικής, είτε φυσικής είτε ψυχολογικής φύσης.
    Αυτό που χρήζει διερεύνησης σύμφωνα με το φιλόσοφο, είναι υπό ποιες συνθήκες επιτυγχάνεται η αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα της ηθικής ζωής. Σύμφωνα με τον Καντ, οι έννοιες καλό, κακό, δίκαιο και άδικο ενυπάρχουν μέσα σε κάθε άνθρωπο, στο κομμάτι εκείνο της συνείδησης του, που είναι απαλλαγμένο κάθε φυσικό ή κοινωνικό εξαναγκασμό.[3] Αυτή η αντίληψη του εαυτού μας ως αυτόνομου όντος απαλλαγμένου από κάθε είδους εξωτερικού καταναγκασμού, αποτελεί την αφετηρία του ηθικού αναστοχασμού. Ο άνθρωπος δια μέσου της ηθικής εξυψώνεται σε ένα αυτόβουλο και ανεξάρτητο ον, υπερβαίνοντας τους νόμους της ηθικής νομοτέλειας, που ισχύουν πια μόνο ως προς τη βιολογική του διάσταση.
    Γίνεται συνεπώς απολύτως σαφές από τα παραπάνω, πως η υπερβατολογική συνθήκη για τη δυνατότητα του ανθρώπου να πράττει ως αυτόνομο ηθικό υποκείμενο, είναι η πρωτογενής του ελευθερία, η οποία αποτελεί το  sine qua non της ηθικής συμπεριφοράς.[4] Η ελευθερία αυτή ή αλλιώς η αυτονομία της θέλησης, δεν μπορεί να εξηγηθεί από πού προέρχεται και για ποιο λόγο υφίσταται στο σύμπαν, παρά συντίθεται a priori με τον ηθικό νόμο, χάρη στο ότι ενδιαφέρεται για τον νόμο, εγκαθιδρύοντας τον ως νομοθέτης που αυτοϋποτάσσεεται στον νόμο του.[5]

1.2 Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΚΑΘΗΚΟΝΤΟΣ – ΔΕΟΝΤΟΚΡΑΤΙΑ

   Πότε όμως μια πράξη είναι πραγματικά ηθική; Σύμφωνα με τις ηθικές θεωρίες, που επικρατούσαν κατά την περίοδο του Διαφωτισμού, κριτήριο για τις ορθές πράξεις, αποτελούσαν οι συνέπειες που έχει. Για τον εμπειριστή και φυσιοκράτη φιλόσοφο του 18ου αιώνα, οι ηθικές θεωρίες χαρακτηρίζονταν από άκρατο ευδαιμονισμό. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του ευδαιμονισμού, στόχος της ηθικής πράξης, ήταν η πρακτική ωφέλεια, ατομική και συλλογική και κυρίως στο επίπεδο της πλήρωσης θεμελιακών βιοτικών αναγκών, συμπεριλαμβανομένων ασφαλώς και των διανοητικών και πνευματικών απολαύσεων, οι οποίες συνιστούν και αυτές ικανοποίηση μιας πτυχής της ανθρώπινης φύσης. Αντίστοιχα και μέσα από το κλασσικό λογικό άλμα του ωφελιμισμού, αυτό που επιθυμούν οι άνθρωποι από τη φύση τους, είναι και το επιθυμητέο, αυτό δηλαδή που πρέπει να επιθυμούν.[6]
   Αντίθετα για τον Καντ η ηθικότητα συνίσταται στην επιδίωξη του δέοντος ως αυτοσκοπού, ανεξαρτήτως από κάθε υπολογισμό προσωπικής ή κοινωνικής ωφέλειας. Το να πράττει κανείς με γνώμονα το συμφέρον του, έρχεται σε αντίθεση με την διακρίβωση του δέοντος. Αυτό που μας ωφελεί, δεν ταυτίζεται με αυτό που πρέπει να πράττουμε[7]. Αντιθέτως η καλή βούληση, το να βούλεται κανείς να πράττει το καθήκον, είναι σύμφωνα με τον φιλόσοφο ο ορισμός του ηθικού αγαθού και η αφετηρία της Καντιανής ηθικής .[8] Το να πράττει κανείς από καθήκον, σημαίνει να επιδεικνύει καλή βούληση παρά τις όποιες δυσκολίες. Ο Καντ όμως προχωράει ακόμα παραπέρα και διαχωρίζει το να πράττει κανείς σύμφωνα με το καθήκον, από το να πράττει κανείς με κίνητρο το καθήκον. Ένας Χριστιανός λ.χ. που ελεεί τους φτωχούς  επειδή προσδοκά ότι θα πάει στον Παράδεισο, αν και δεν παραβιάζει τους κανόνες ηθικής, ωστόσο δεν είναι ηθικός με την αυστηρή έννοια του όρου, αφού η πράξη του αυτή δεν αφορά αποκλειστικά την εσωτερική του διάθεση ή το φρόνημα του, αλλά αποβλέπει σε κάποιο απώτερο σκοπό ή όφελος.[9] Συνεπώς όποιος πράττει το ηθικώς ορθό αποσκοπώντας προς κάποιο ίδιον όφελος, είτε απλώς δοκιμάζοντας  ένα αίσθημα ικανοποίησης, δεν πληροί τα καντιανά κριτήρια της ηθικότητας.
   Στο σημείο αυτό η διδασκαλία του Καντ έρχεται σε πλήρη αντιδιαστολή με εκείνη του Αριστοτέλη, που υποστηρίζει πως οι άνθρωποι δεν είναι πραγματικά ενάρετοι στο βαθμό που ασκούν την ηθική παρά τη θέληση τους. Ένα ενάρετο άτομο σύμφωνα με τον Σταγειρίτη , απολαμβάνει πλήρως το να εκτελεί ενάρετες πράξεις.[10] Αντιθέτως για τον Πρώσο, η πραγματική απόδειξη αρετής είναι η οδύνη του καλώς πράττειν. Μόνο όταν το ορθώς πράττειν μας κοστίζει  σε κάτι και συνοδεύεται από ένα αίσθημα πόνου ή δυσαρέσκειας, μπορούμε να είμαστε σίγουροι πως πράττουμε το ορθό, πάντοτε με κίνητρο το καθήκον και όχι σύμφωνα με το καθήκον. Ο αδιάλλακτος αυτός διαχωρισμός της ψυχοσωματικής ευχαρίστησης από το δέον, είναι το πιο αξιοσημείωτο γνώρισμα της Καντιανής ηθικής αυστηρότητας, δείγμα της επιρροής πού άσκησε ο προτεσταντικός ευσεβισμός  (Pietismus) κυρίως μέσω της μητέρας του.[11]

1.3 ΥΠΟΘΕΤΙΚΗ ΚΑΙ ΚΑΤΗΓΟΡΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΓΗ - ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΤΩΝ ΣΚΟΠΩΝ

   Το εύλογο ερώτημα που γεννάται επομένως μέσα από αυτήν τη προσέγγιση,  είναι τι ακριβώς σημαίνει τελικά  να πράττει κανείς από καθήκον; Ο Καντ ασφαλώς συνειδητοποιεί πως έχει ορίσει υπερβολικά αυστηρά κριτήρια ηθικής διαγωγής, με αποτέλεσμα να είναι προετοιμασμένος, να έρθει αντιμέτωπος με το πιθανό ενδεχόμενο, να μην έχει υπάρξει ποτέ στην πραγματικότητα, πράξη που να έχει εκτελεσθεί αποκλειστικά και μόνο επί ηθικής βάσης και με αποκλειστικό κίνητρο την αίσθηση του καθήκοντος. Για το λόγο αυτό επιστρατεύει την περίφημη κατηγορική προσταγή.
   Κατηγορική προσταγή είναι η εσωτερική φωνή που επιτάσσει το δέον, η οποία απορρέει από την έμφυτη και ενδιάθετη ηθικότητα κάθε έλλογου όντος και υποδεικνύει ένα συγκεκριμένο τρόπο πράττειν, ανεξαρτήτως του επιθυμητού στόχου, σε αντίθεση με την υποθετική προσταγή που καθορίζει το πράττειν αναλόγως με τον τελικό σκοπό. Αντιλαμβανόμαστε αμέσως από την παραπάνω διατύπωση, ότι υπάρχουν πολλές υποθετικές προσταγές, μιας και υπάρχουν πολλοί και διαφορετικοί στόχοι, τους οποίους μπορεί να θέτουν οι άνθρωποι. Ωστόσο υπάρχει μόνο μια κατηγορική προσταγή, αυτή της ηθικής.[12] Χαρακτηριστικά ο ίδιος ο Καντ αναφέρει «υπάρχει λοιπόν μόνο μια κατηγορηματική προστακτική, δηλαδή ετούτη: Πράττε μόνο με ένα τέτοιο γνώμονα, μέσω του οποίου μπορείς συνάμα να θέλεις, αυτός ο γνώμονας να γίνει καθολικός νόμος».[13] Συνεπώς η κατηγορηματική προσταγή, είναι η ανάγκη να συμμορφώνεται κανείς με την καθαρή καθολικότητα του νόμου, με άλλα λόγια, αν μια ατομική πράξη δεν μπορεί να λειτουργήσει ως καθολικός νόμος, χωρίς να αυτοαναιρείται, τότε παύει να είναι ηθική.[14]
   Ο Καντ χρησιμοποίησε πολλά παραδείγματα για να εξηγήσει την κατηγορηματική προσταγή με πιο χαρακτηριστικό αυτό του ψεύτη. Ακόμα και ό ίδιος ο ψεύτης δε μπορεί να θέλει το ψεύδος να αποτελεί γενικό κανόνα σε μια κοινωνία, γιατί τότε θα είναι αδύνατον να πει κανείς ψέματα, αφού όλοι θα γνωρίζουν ότι ψεύδονται, με αποτέλεσμα κανείς να μην πιστεύει κανέναν και συνεπώς να μην έχει νόημα να ψευσθείς. Ο Καντ θα χρησιμοποιήσει και άλλα τέτοια παραδείγματα, άλλα πειστικά και άλλα λιγότερο πειστικά και μέσα από συνεχείς αναδιατυπώσεις της κατηγορηματικής προσταγής, θα καταλήξει στον ακόλουθο ορισμό « Ο άνθρωπος και γενικά κάθε έλλογο ον, υπάρχει ως αυτοσκοπός και όχι απλά ως μέσο για την αυθαίρετη χρήση της τάδε ή της δείνα θέλησης. ο άνθρωπος πρέπει να θεωρείται πάντα συνάμα σαν σκοπός σε όλες τις πράξεις του, είτε αυτές στρέφονται προς τον εαυτό του ,είτε προς άλλα έλλογα όντα.»[15]
   Αν μπορούσαμε να συλλάβουμε όλα τα μέλη της ανθρώπινης κοινότητας να συμπεριφέρεται με γνώμονα αυτήν τη προσταγή, τότε θα αντικρίζαμε την ιδεατή κοινωνία της τέλειας δικαιοσύνης, το κράτος των τελών ή το κράτος των σκοπών σύμφωνα με την ορολογία του Καντ. Μια κοινότητα αυτοσυνείδητων όντων, όπου η προσωπική βούληση εκφράζει την καθολική και όπου ο καθολικός νόμος συνίσταται από τέτοιες προσωπικές βουλήσεις.
   Για να επανέλθουμε από εκεί που ξεκινήσαμε, ο Καντ τονίζει προς το τέλος της παρουσίασης της ηθικής του, πως η πρακτική αναγκαιότητα του να πράττει κανείς σύμφωνα με το καθήκον, δεν προέρχεται από εξωγενείς παράγοντες όπως αισθήματα, ροπές και ορμές, αλλά βασίζεται πάνω στη σχέση των έλλογων όντων μεταξύ τους,  η οποία, συσχετίζει κάθε υποκειμενικό γνώμονα της βούλησης ως καθολικού νομοθέτη, έτσι ώστε ο καθένας μέσα στο βασίλειο των σκοπών να αποτελεί υπήκοο και νομοθέτη παράλληλα.[16] Αυτό μάλιστα δεν γίνεται για κάποιο πρακτικό όφελος, αλλά σύμφωνα με τον ίδιο επιτυγχάνεται χάρη στην ιδέα της αξιοπρέπειας : « Mέσα στο κράτος των σκοπών το κάθε τι έχει μια τιμή είτε μια αξιοπρέπεια. Ό,τι έχει μια τιμή, μπορεί να αντικατασταθεί από κάποιο άλλο ισότιμο του. Ό,τι όμως είναι υπεράνω κάθε τιμής, και συνεπώς δεν έχει κανένα ισότιμο του, αυτό έχει αξιοπρέπεια.»[17]
   Τα λόγια του Καντ αντηχούσαν καθόλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα  και δεν παύουν ακόμη και σήμερα να αγγίζουν κάποια ευαίσθητη χορδή.


2.1 ΤΟ ΝΙΤΣΕΙΚΟ ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΚΟ ΕΓΧΕΙΡΗΜΑ ΣΤΗΝ ΗΘΙΚΗ



   Στον αντίποδα της Καντιανής ηθικής αντιτάχθηκε ένα αιώνα περίπου αργότερα ο Νίτσε (1844-1900). Με το έργο του Γενεαλογία της ηθικής (1887), δεν επιχείρησε απλώς μια συστηματική θεώρηση της ιστορίας της ηθικής, αλλά κυρίως μια μεταξίωση των αξιών, που έχει ως σκοπό την εκ νέου θεώρηση της αξίας των μεταφυσικών εννοιών όπως ο Θεός, η αλήθεια, το καλό και το κακό. Για να το επιτύχει όμως αυτό, πρώτα θα πρέπει να στοιχειοθετήσει τη γενεαλόγησή τους. Για το λόγο αυτό ο Νίτσε εφαρμόζει το γενεαλογικό εγχείρημα μέσα από το οποίο ασκεί δριμεία επίθεση  στην παραδοσιακή ηθική με σκοπό την εκβαράθρωση και επανερμηνεία της.
   Στη πρώτη πραγματεία ο Νίτσε προσπαθεί να τεκμηριώσει ιστορικά και ετυμολογικά ότι το προ-ηθικό νόημα των όρων καλός (αγαθός) και κακός (ταπεινός) αντιστράφηκε από τον Χριστιανισμό με αποτέλεσμα αυτά που κάποτε ήταν συνυφασμένα με την ευγένεια (π.χ. η καταγωγή, η υπερηφάνεια) να σημαίνουν το ηθικά κακό και αυτά που συνδέονταν με την  ταπεινότητα, το ηθικά καλό.[18] Κατόπιν διακρίνει δύο τύπους ηθικής, την ηθική των δούλων και την ηθική των κυρίων. Η μεν πρώτη διέπεται από το συναίσθημα της μνησικακίας (ressentiment)[19] και πρόκειται για μια ηθική συμπόνιας μια αντιδραστική ηθική, σε αντίθεση με την ηθική των κυρίων, η οποία δημιουργεί αξίες και είναι το υπόδειγμα μιας καταφατικής ηθικής.[20]
   Το εκφυλισμένο δείγμα του σύγχρονου ανθρώπου, που πρώτος ο Νίτσε κατονόμασε, αναλώνεται στη μνησικακία απέναντι στη δύναμη και την αξιοπρέπεια που ο ίδιος δεν μπορεί να φτάσει. Παραμένει δέσμιος μιας συλλογικής επιθυμίας, φιλτραρισμένης μέσα από τον χριστιανισμό σε υποκριτική συμπόνια, να καταπνίγει τις όποιες διαφορετικές φωνές μέσα στον αδυσώπητο ωκεανό της μάζας, αντικαθιστώντας έτσι την διαφορετικότητα και την ποικιλομορφία με μία ακίνδυνη ομοιομορφία. Εξισώνοντας με αυτόν τον τρόπο τους πάντες και εξιδανικεύοντας τον ταπεινό και τον ασκητικό βίο, καταστρέφει τελικώς εκείνους που τολμούν να είναι δυνατοί και επιτυχημένοι. Είναι φανερό από τα παραπάνω πως ο Νίτσε επιτίθεται σε όλα τις ηθικά στεγανά της εποχής του και τα θρησκευτικά, κοινωνικά και πολιτικά συστήματα που τα συντηρούσαν, όπως ο Χριστιανισμός, ο Θετικισμός, ο ωφελιμισμός, ο σοσιαλισμός και η δημοκρατία που αποτελούσαν πανάκεια της εποχής του.[21]
   Ο Νίτσε ωστόσο δεν είναι αμοραλιστής, ένας αρνητής της ηθικής, όπως κάποιος θα μπορούσε, ενδεχομένως και κάπως αβίαστα, να παρατηρήσει. Αντιθέτως είναι κάποιος που προσπαθεί να διατυπώσει μια καταφατική ηθική, βασισμένη στο πρότυπο της  «ηθικής κυρίων» και η οποία ακολουθεί το δημιουργικό υπόδειγμα της τέχνης, συμφώνα με το οποίο η ύψιστη κατάσταση στην οποία μπορεί να ανέλθει ένας φιλόσοφος, είναι να σταθεί διονυσιακά απέναντι στην ενθαδική ύπαρξη.[22]
  
2.2 Ο ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΟΥ ΝΙΤΣΕ

    Πράγματι, ο Γερμανός φιλόσοφος είχε από νωρίς πάρει θέση στο αρχέγονο δίπολο Διόνυσου-Απόλλωνα ή αλλιώς μεταξύ άλογης, πρωτόγονης δύναμης που εκπροσωπούσε το πνεύμα του Διόνυσου και της αρμονίας και πειθαρχίας του Απόλλωνα, μέσα από τον ορισμό που είχε δώσει για την αρχαία ελληνική τραγωδία ως καθηγητής φιλολογίας στην πρώιμη φάση του.[23]
   Σύμφωνος πάντοτε λοιπόν με το διονυσιακό πνεύμα, απέναντι στον καλλιτεχνικό ήρωα Ζίγκφριντ, της τετραλογίας Το δαχτυλίδι του Νιμπελούγκεν του Βάγκνερ, φίλου και μιας από τις μεγαλύτερες επιρροές του Νίτσε, ο φιλόσοφος αντιτάσσει στο Τάδε Έφη Ζαρατούστρα τον Υπεράνθρωπο, ο οποίος είναι ο άνθρωπος του μέλλοντος, η μη πραγματωθείσα δυναμική του τελευταίου, αγελαίου ανθρώπου που δημιουργήθηκε από τον θάνατο του Θεού. Ο υπεράνθρωπος του Νίτσε δεν έχει κάποιες φανταστικές υπερφυσικές ιδιότητες, αλλά πρόκειται για ένα διανοητικό κατασκεύασμα, απαλλαγμένο από τις αρχές της ευσπλαχνίας, της αμοιβαιότητας και της δημοκρατικής ισότητας που επικρατούν στη κοινωνία και που κατά κανόνα προέρχονται από τη χριστιανική ηθική και την κοσμική εκδοχή της που πρότεινε ο Καντ.[24] Το επιθυμητικό γίνεται τώρα ο μόνος οδηγός, αλλά δεν πρόκειται για μια απλή επιθυμία συντήρησης ενός ευάλωτου ατόμου έρμαιο των ηθικών παραδοχών της «ανθρώπινης» περιόδου. Η βούληση του είναι κοσμογονική, καθώς επιχειρεί να διαπλάσει τον κόσμο σύμφωνα με τις ενοράσεις της δημιουργικής του φαντασίας. Μόνο μέσα από αυτή την ιδέα της δυναμικής επιβολής του απόλυτου Εγώ, πάνω στο φυσικό κόσμο, πραγματώνεται η θεμελιακή ελευθερία, σε αντίθεση με τον Καντ, που αναγνώριζε ως ελευθερία του ατόμου, μόνο την ικανότητα να καθορίζει τη δικιά του βούληση μέσα στον κόσμο και όχι να την επιβάλει σε αυτόν.
 
ΕΠΙΛΟΓΟΣ

   Η Καντιανή ηθική, με κυρίαρχο στοιχείο της, την τέλεση του καθήκοντος ως απόλυτης πρακτικής αναγκαιότητας της ηθικής πράξης,  αποτέλεσε μια από τις ωριμότερες και πληρέστερες εκφράσεις της ηθικής του Διαφωτισμού. Η κριτική που άσκησε στον ευδαιμονισμό που επικρατούσε κατά τον 18ο αιώνα, είχε ως αποτέλεσμα την απομάκρυνση των ωφελιμιστικών θεωρήσεων που τη χαρακτήριζαν ως τότε.
   Δια μέσου του ηθικού αναστοχασμού κατάφερε να απαλλάξει τον άνθρωπο από κάθε φυσικό περιορισμό, παρέχοντάς του έτσι την δυνατότητα να πράττει ως αυτόνομο ηθικό υποκείμενο, με μόνη απαραίτητη προϋπόθεση την πρωτογενή του ελευθερία.
   Μέσα από διαδοχικές αναδιατυπώσεις της  κατηγορικής προσταγής, ο Καντ θα καταλήξει στην δημιουργία του «κράτους των τελών», της ιδεατής εκείνης κοινωνίας όπου η προσωπική βούληση των πολιτών εκφράζει τον καθολικό νόμο, ο οποίος με τη σειρά του συνίσταται από τέτοιες προσωπικές βουλήσεις, καθιστώντας έτσι τα μέλη αυτής της κοινωνίας υπηκόους και νομοθέτες συγχρόνως.
   Στον αντίποδα της Καντιανής ηθικής, ο Νίτσε έναν αιώνα περίπου αργότερα, θα προσπαθήσει μια μεταξίωση των ηθικών αξιών, μέσω μιας νέας θεώρησης της αξίας των μεταφυσικών εννοιών, όπως ο Θεός, η αλήθεια, το καλό και το κακό και την οποία θα πραγματοποιήσει εφαρμόζοντας το γενεαλογικό εγχείρημα.
   Τεκμηριώνοντας ιστορικά και ετυμολογικά το προ-ηθικό νόημα των όρων καλός και κακός, θα αποδείξει ότι δεν πρόκειται για πραγματικούς ορισμούς των εννοιών αυτών, αλλά για μια αλλαγή παραδείγματος, που ναι μεν ψήγματα της μπορούν να εντοπιστούν στην αρχαία Ελλάδα με τη διδασκαλία του πλατωνικού Σωκράτη και τη μεταστροφή των τραγικών, αλλά κυρίως επετεύχθη χάριν στη διδασκαλία του Χριστιανισμού τον οποίο κάνει φανερό πως αποστρέφεται.[25]
   Στον εκφυλισμένο από μνησικακία και υποκριτική χριστιανική συμπόνια, αγελαίο άνθρωπο, θα αντιπαραβάλει τον δικό του Υπεράνθρωπο, ο οποίος σηματοδοτεί τόσο τον θάνατο του ανθρώπου όπως τον ξέρουμε ως τώρα, αλλά και τον θάνατο του ίδιου του Θεού.[26]
ΒΙΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Πρωτότυπα κείμενα

Kant, Ι., Τα Θεμέλια της Μεταφυσικής των Ηθών, εισαγωγή – μετάφραση – σχόλια Γ. Τζαβάρα, Δωδώνη, Αθήνα – Γιάννινα 1984, ιδιαιτέρως σελ. 57-97
Nietzsche, F., Γενεαλογία της Ηθικής, Πραγματεία Πρώτη & Δεύτερη, μετάφραση – επιμέλεια Ζ. Σαρίκας, Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2001, σελ. 34-101.
Βαλλιάνος, Π., Φιλοσοφία στην Ευρώπη, τόμος Γ’, εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα 2000, σελ. 55-65.
Μαγγίνη, Γκ., «F. Nietzsche: Για μια γενεαλογία της νεωτερικότητας – κριτική, ασκητικό ιδεώδες, μηδενισμός» στο Β. Καλδής (επιμ.), Φιλοσοφία στην Ευρώπη. Κείμενα Νεώτερης και Σύγχρονης Φιλοσοφίας, εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα, σελ. 229-249.
Ανδρουλιδάκης, Κ., Καντιανή Ηθική. Θεμελιώδη Ζητήματα και Προοπτικές, Ιδεόγραμμα, Αθήνα 2010, ιδιαιτέρως σελ. 57-90. 
 Kenny, Α.,  Ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας, μετάφραση Δ. Ρισσάκη, Νεφέλη, Αθήνα 2005, σελ. 262-265 και 298-304. 
Leiter, B., Νίτσε και Ηθική. Ένας οδηγός ανάγνωσης, μετάφραση Γ. Λαμπράκος, επιστημονική επιμέλεια Η. Μαρκολέφας, εκδ. Οκτώ, Αθήνα 2009, σελ. 187-261.  







[1] Βαλλιάνος, Π., Φιλοσοφία στην Ευρώπη, τόμος Γ’, εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα 2000, σελ.55.
[2] Στο ίδιο.σελ.55.
[3] Στο ίδιο, σ.59. και Ι.Κant, Τα θεμέλια της μεταφυσικής των ηθών, εκδ. Δωδώνη, Αθήνα – Γιάννινα 1984, σ.57.
[4] Βαλλιάνος, Π. ο.π. σ.σ.59-60.
[5] Στο ίδιο, σ.60 και Ι.Kant,ό.π. σ. σ.97-98.
[6] Βαλλιάνος, Π. ό.π. σ.57.
[7] Στο ίδιο, σ.57.
[8] Στο ίδιο, σ.61 και   Kenny, Α.,  Ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας, μετάφραση Δ. Ρισσάκη, Νεφέλη, Αθήνα 2005, σελ.262.
[9] Βαλλιάνος, Π. ο.π. σ.61 και και   Kenny, Α. ό.π. σ.262.
[10] Kenny, Α. ό.π. σ.263.
[11] Στο ίδιο,σ.263 και Βαλλιάνος, Π. ο.π. σ.58.
[12] Kenny, Α. ό.π. σ.263 και Βαλλιάνος Π., ό.π. σ.63.
[13] Ι.Κant, ό.π. σ.71,75 και Kenny, Α. ό.π. σ.263
[14] Kenny, Α. ό.π. σ.263 και  Βαλλιάνος Π., ό.π. σ.63.
[15] [15] Ι.Κant, ό.π. σ.80, Kenny, Α. ό.π. σ.264 και Βαλλιάνος Π., ό.π. σ.64.
[16] Kenny, Α. ό.π. σ.264 και Βαλλιάνος Π., ό.π. σ.64.
[17] Ι.Κant, ό.π. σ.89 και Kenny, Α. ό.π. σ.264-265.
[18] Μαγγίνη, Γκ., «F. Nietzsche: Για μια γενεαλογία της νεωτερικότητας – κριτική, ασκητικό ιδεώδες, μηδενισμός» στο Β. Καλδής (επιμ.), Φιλοσοφία στην Ευρώπη. Κείμενα Νεώτερης και Σύγχρονης Φιλοσοφίας, εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα, σ.117.
[19] Nietzsche, F., Γενεαλογία της Ηθικής, Πραγματεία Πρώτη & Δεύτερη, μετάφραση – επιμέλεια Ζ. Σαρίκας, Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2001, σελ. 79

[20]Μαγγίνη, Γκ., ό.π. σ.σ 117-118.
[21] Kenny, Α. ό.π. σ.303.
[22] Μαγγίνη, Γκ., ό.π. σ. 117.
[23] Kenny, Α. ό.π. σ.σ.298-299 και Βαλλιάνος Π., ό.π. σ.231.
[24] Kenny, Α. ό.π. σ.301.
[25] Βαλλιάνος Π., ό.π. σ.σ230-231, 233
[26] Στο ίδιο. σ.σ.239-240

Tuesday, January 1, 2013

ΑΝΤΙ ΕΥΧΩΝ...


Στα πατερικά κείμενα των ιεραρχών της ορθοδοξίας αναφέρεται σχετικώς με το ζήτημα του όρκου, που απασχολεί ως τις ημέρες μας, για το αν θα πρέπει να ορκίζονται οι μάρτυρες στο δικαστήριο, πως ο όρκος στον θεό δεν είναι απαραίτητος για τον πραγματικό πιστό, εφόσον δεν νοείται τέτοιος, όταν θα πρέπει να λαμβάνει όρκο για να αποδεικνύει την πίστη του, είτε χρειάζεται να προβαίνει σε όρκο μετά φόβου πίστεως, ώστε να παραμένει πιστός. Από την άλλη για τον άπιστο ούτως ή άλλως ο όρκος δεν αποτελεί, παρά μια τυπική διαδικασία άνευ σημασίας και λογικής. Αποτελεί λοιπόν θεία οικονομία, η αποχή από όρκους. Σύμφωνα με την παραπάνω λογική της θείας οικονομίας, θα μπορούσαμε να πούμε πως το ίδιο ισχύει και για τις ευχές. Ο πραγματικά ενάρετος άνθρωπος δεν χρειάζεται να διατυπώνει ευχές σε κάθε περίσταση, γιατί διαρκώς διάγει μακαριστόν και ηθικόν βίον και οπωσδήποτε δεν θα μπορούσε να σκέφτεται αλλιώς για τα αγαπημένα του πρόσωπα και για την όλη την οικουμένη. Ο δε κακεντρεχής, μνησίκακος και μισαλλόδοξος άνθρωπος, που αποτελεί και την πλειοψηφία του ανθρώπινου είδους, καλύπτει πίσω από ευχολόγια κάθε τύπου, τις δαιμονικές του σκέψεις και τις κακόβουλες προθέσεις του. Άλλωστε και ο ίδιος ο Χριστός, ο πλέον ενάρετος, δεν ευχήθηκε ποτέ "χρόνια πολλά" και "καλή χρονιά" και άλλα τέτοια, αλλά μακάρισε ακριβώς αυτούς οι οποίοι δύνανται να τελούν υπό τέτοια πνευματική ανάταση, ώστε να επιθυμούν πάντοτε αυτά που οι περισσότεροι από εμάς θυμόμαστε να ευχηθούμε δυο-τρεις φορές τον χρόνο. Βέβαια θα μου πείτε πως υπάρχουν και κοινωνικοί λόγοι, που επιβάλλουν τις ευχές τέτοιες μέρες. Σίγουρα όταν η κοινωνία βασίζεται στο ψέμα, στη βιτρίνα και στη μόστρα... Προσωπικά θα ήμουν απόλυτα ικανοποιημένος αν έβλεπα τους ανθρώπους να να εφαρμόζουν στην πράξη τα ευχολόγια τους. Δεν μπορείτε Κε Παπούλια και Κε Πρωθυπουργέ να μας φλομώνετε ευχολόγια την ώρα που οι πολιτικοί σας υφιστάμενοι  παρανομούν διαρκώς και ασελγούν συστηματικώς στο έρημο κράτος. Δεν μπορείτε Κε αρχηγέ της αστυνομίας και των ενόπλων δυνάμεων να εύχεστε ειρήνη εσωτερική και εξωτερική την ώρα που η μεν αστυνομία προάγει η ίδια το έγκλημα με υψηλόβαθμα και χαμηλόβαθμα στελέχη και την ώρα που ο στρατός δεν εξασφαλίζει την εδαφική μας κυριαρχία και τα οικονομικά συμφέροντα που προέρχονται από αυτή (ΑΟΖ). Πως μπορεί έτσι να υπάρχει πραγματική ειρήνη εντός και εκτός συνόρων;
Κατ'επέκταση το ίδιο ισχύει για όλους όσους στολίζουν τους τοίχους των κοινωνικών τους σελίδων, με απέραντα ευχολόγια και την ίδια ώρα, καταπατούν θεσμούς, δικαιώματα, επιβουλεύονται και φθονούν τον συνάνθρωπο τους... ωραίες ευχές, να τις βράσω, θέλουμε πράξεις και όχι λόγια, ούτε ευχολόγια.
Αυτό είναι και το μελανότερο σημείο της σύγχρονης Ελληνικής πραγματικότητας. Για να επέλθει η πρόοδος σε οποιοδήποτε τομέα, θα πρέπει να υπάρχει από πίσω, ένα πλήρες  υπόβαθρο θεωρητικής κατάρτισης που ασφαλώς θα πρέπει να συνδυάζεται με την απαρέγκλιτη πρακτική εφαρμογή τους.
Στην σύγχρονη Ελλάδα συμβαίνουν τα εξής δύο: είτε απουσιάζει η θεωρητική κατάρτιση, και δυστυχώς η πρακτική εξάσκηση του οποιουδήποτε πράγματος, δεν μπορεί να πραγματωθεί στον μέγιστο βαθμό, είτε υπάρχει το θεωρητικό υπόβαθρο, η σπουδή, αλλά δυστυχώς απουσιάζει η πρακτική εφαρμογή μένοντας έτσι στη θεωρία.
Όταν θα καταφέρουμε σαν λαός να συνδυάσουμε και τα δύο, τότε ίσως να επιτύχουμε την ανάπτυξη, οικονομική και κυρίως πνευματική. Μόνο τότε θα μπορέσουμε αντί ευχών, να εκφέρουμε πραγματικό λόγο αρετής και ευδαιμονίας ως αποτέλεσμα σκληρής θεωρητικής και πρακτικής εργασίας και όχι κενών, αδιάφορων λόγων. Μόνο τότε θα μπορέσουμε να πούμε ... και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα!