Showing posts with label ποίηση. Show all posts
Showing posts with label ποίηση. Show all posts

Tuesday, February 20, 2018

Η θεώρηση του ανθρώπινου υποκειμένου στον Ρομαντισμό και η σχέση του με τη φύση και τον θάνατο.

Μια συγκριτική μελέτη πάνω στα κείμενα των Γουέρντσγουερθ : «Έζησε πλάι στην πηγή», «Νάρκη μου σφράγισε το νου» και Σατωμπριάν: «Ο θάνατος της Αταλά»


Toυ Ιωάννη Κατή

John William Waterhouse - Miranda

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Πρόλογος
Ο άνθρωπος και η σχέση του με τη φύση και τον θάνατο στη ρομαντική ποίηση
Συμπεράσματα
Βιβλιογραφία


Πρόλογος

   Με τον όρο ρομαντισμό αποκαλούμε το πιο ισχυρό και γόνιμο πνευματικό κίνημα που εμφανίστηκε στην Ευρώπη μετά την Αναγέννηση. Κύρια χαρακτηριστικά αυτού του κινήματος, που αναπτύχθηκε στα τέλη του 18ου αιώνα στην δυτική Ευρώπη, ήταν η απομάκρυνση, τόσο από τα πρότυπα του κλασικισμού, όσο και από τον ορθολογισμό, που ήταν το κυρίαρχο στοιχείο στις ιδέες του Διαφωτισμού.[1]
   Ο ορθολογικός τρόπος σκέψης, φαίνεται να υποχωρεί μπροστά στο συναίσθημα, τη φαντασία, την ονειροπόληση και το μυστήριο. Η λογική, πού είχε αναδειχθεί από τους κλασικούς ως το κυριότερο χαρακτηριστικό της ανθρώπινης υπόστασης, παραχωρεί τη θέση της στην ευαισθησία. Απέναντι στον τέλειο «honnête home», αντιπαρατίθεται ένα διονυσιακό, ανήσυχο πλάσμα, που σαφώς επηρεασμένο και από τις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις της εποχής του, με σημαντικότερη τη γαλλική επανάσταση, επαναστατεί ενάντια στον κόσμο και την κοινωνία και βρίσκεται σε μια συνεχή ψυχική ανισορροπία.[2] 
   Κύρια χαρακτηριστικά του νέου αυτού λογοτεχνικού ρεύματος, είναι η στροφή του ανθρώπου προς τη φύση, η οποία δεν αποτελεί παρά ένα καθρέφτισμα του θεϊκού στοιχείου για τους ρομαντικούς.[3] Όλες οι ανθρώπινες δραστηριότητες, πραγματώνονται στο μέγιστο βαθμό μέσα από την επαφή με αυτή.
   Εξίσου σημαντικό ρόλο στη θεματολογία των ρομαντικών συγγραφέων, κατέχουν ο έρωτας, αλλά και ο θάνατος, που αποκτούν ιδιαίτερη σημασία στα έργα τους, καθώς πολλές φορές ο ένας βαδίζει παράλληλα με τον άλλο.
      Στην παρούσα μελέτη, θα προσπαθήσουμε να εξετάσουμε την θεώρηση του ανθρώπινου υποκειμένου στο ρομαντισμό και τη σχέση του με τη φύση, αλλά και με ποιο τρόπο οι ρομαντικοί συγγραφείς αντιλαμβάνονται και βιώνουν τον θάνατο, όπως παρουσιάζεται η εικόνα του στα υπό εξέταση λογοτεχνικά κείμενα.


Ο άνθρωπος και η σχέση του με τη φύση και τον θάνατο στη ρομαντική ποίηση

François-Émile de Lansac, 1803-1890 - Μesollogi


    Στον ρομαντισμό, στο προσκήνιο βρίσκεται ο απλός άνθρωπος,  που ζει εναρμονισμένος κοντά στη φύση. Μέσα από τα προσωπικά τους βιώματα, οι ρομαντικοί συγγραφείς προσπαθούν να εξηγήσουν τον κόσμο γύρω τους, αλλά ακόμα και να διδάξουν, σε μια  προσπάθεια να φέρουν τη λογοτεχνία πιο κοντά στους φυσικούς εμπνευστές των φανταστικών ηρώων των ποιημάτων και των μυθιστορημάτων τους, που προέρχονται από τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Χαρακτηριστικό προς αυτό είναι η γλαφυρή φράση του  Ουγκώ (Victor Hugo, 1802-1885) στον πρόλογο των Ενατενίσεων (contemplations 1856), που χαρακτηριστικά αναφέρει : «Αλίμονο! Όταν σας μιλώ για μένα, αναφέρομαι σε σας. Δεν το νιώθετε; Ω! Ανόητε που πιστεύεις ότι δεν είμαι εσύ»[4]  
   Μέσα από έναν άκρατο λυρισμό και με φανερό το στοιχείο της υπερβολής, οι ρομαντικοί συγγραφείς θα υμνήσουν τη φύση και θα αναζητήσουν την ολοκλήρωση του ατόμου στην απλοϊκή βουκολική ζωή μέσα σε αυτή. Ο πιο χαρακτηριστικός ίσως ρομαντικός συγγραφέας που εκφράζει τη νέα αυτή τάση, είναι ο Ουίλιαμ Ουερντσγουέρθ (1770-1850), η ποίηση του οποίου, επηρεασμένη από τη φύση και τους ανθρώπους της ιδιαίτερης πατρίδας του, συνδυάζει τη μεταστροφή του κοινωνικού ενδιαφέροντος στον απλό, καθημερινό άνθρωπο, αλλά και το προσωπικό όραμα και την ατομική εμπειρία, όπως αυτά βιώνονται σε συνθήκες ενατένισης της φύσης.[5]
   Η αναφορά στη φύση, αποτελεί ένα από τα κυριότερα γνωρίσματα του λυρικού ρομαντισμού. Τις περισσότερες φορές, αποτελεί το καταφύγιο του ρομαντικού ποιητή από την απρόσωπη, κοσμοπολίτικη ζωή της πόλης. Ελάχιστοι ποιητές όπως ο Μπάιρον (1788-1824) και ο Αλφρέ ντε Βινιύ (1797-1863) επέμεναν σε μια κοσμοπολίτικη ειρωνεία, που δεν τους επέτρεπε να επιδοθούν σε κάποιου είδους φυσιολατρικό μυστικισμό, με τον δεύτερο μάλιστα να αναζητά την έμπνευση του στις ακρότητες της αστικής ζωής, όπως αργότερα ο Μπωντλαίρ.[6]
   Η φύση ωστόσο, δεν περιορίζεται σε ρόλο παρηγορήτρας φίλης στις απελπισμένες και μελαγχολικές ψυχές των ρομαντικών. Άλλοτε είναι η σκοτεινή άβυσσος, από την οποία πηγάζει η ίδια η ζωή, η πηγή πνευματικής απόλαυσης, αλλά και το μέσο για προσωπική ολοκλήρωση, χάρη στην επαφή του ατόμου με μια ανώτερη πραγματικότητα. Εαυτός και κόσμος γίνονται ένα, απολαμβάνοντας μία σχέση συμβίωσης, η οποία αποφέρει τελικά αυτό που τόσο λαχταρά κάθε ρομαντικό πνεύμα, την ένωση της προσωπικής συνείδησης με την εξωτερική πραγματικότητα. Ο ποιητής παύει απλώς να οικειοποιείται τη φύση και γίνεται πια αναπόσπαστο κομμάτι της.[7] Έχουμε έτσι τον επαναπροσδιορισμό της αισθητικής κατηγορίας του «Υψηλού», από το ευγενικό και το ιδεώδες, σε εκείνο που δηλώνει την υπέρβαση από τα στενά και οικεία όρια του «ωραίου» και παράλληλα εκφράζει το δέος προς την απεραντοσύνη και το μεγαλείο της φύσης.[8]
   Όλοι όμως γνωρίζουμε, πως αναπόσπαστο κομμάτι της φύσης είναι και ο θάνατος. Τα πάντα γεννιούνται και τα πάντα πεθαίνουν και αυτή η διαπίστωση είναι σαφέστατα πιο έντονη, σε κάποιον που έχει αντιληφθεί την αντικειμενική του θέση, μέσα στην πραγματικότητα του εξωτερικού κόσμου, στην οποία ο ίδιος μετέχει. Γι’ αυτό άλλωστε, ο θάνατος παίζει τόσο σημαντικό ρόλο στα έργα των ρομαντικών, που εκφράζεται, πότε με τάσεις αυτοκτονίας ως ύψιστη μορφή έκφρασης απόλυτης μελαγχολίας και πότε με αναζήτηση ενός βίαιου θανάτου, που θα τον απαλλάξει από μία αφόρητη, ενδιάμεση κατάσταση φλογερού πόθου, αλλά συνάμα απογοήτευσης και εξαπάτησης.[9]
   Χαρακτηριστική προς την πρώτη περίπτωση, είναι η αυτοκτονία της Αταλά με δηλητήριο την παραμονή του γάμου της, από φόβο μήπως παρασυρθεί ερωτικά πριν το μυστήριο, από το έργο του Σατωβριάνδου (1768-1848) Αταλά, ή οι έρωτες δύο αγρίων μέσα στην έρημο (Αtala ou les amours de deux sauvages, 1801).
   Στο απόσπασμα «ο θάνατος της Αταλά» από το παραπάνω έργο, συναντάμε πολλά χαρακτηριστικά της ρομαντικής γραφής, όπως αυτό της μεταφυσικής σύνδεσης του ανθρώπου, κατά τη στιγμή του θανάτου του, όχι μόνο με τη φύση, αλλά ακόμα και με υπερφυσικές δυνάμεις. Αυτό γίνεται απόλυτα εμφανές στο στίχο

Η φωνή της Αταλά έσβησε. Οι σκιές του θανάτου ξεχύθηκαν γύρω από τα μάτια της και το στόμα της […]μιλούσε σιγανά με πνεύματα.

Βλέπουμε πως τις τελευταίες στιγμές, η Αταλά, τείνει να γίνει ένα με το όλον και αποκτά μεταφυσικές ιδιότητες, που δεν συναντώνται στους υπόλοιπους ανθρώπους.
   Παρόμοια στοιχεία συναντάμε και στο ποίημα «Νάρκη μου σφράγισε το νου» (1800)  του Ουερντσγουέρθ, όταν λέει:

Γυρνά της γης την τροχιά
Με βράχους, πέτρες και χλωρίδα.

Εδώ δεν έχουμε απλώς το στοιχείο της μέθεξης στη φύση και στο μεταφυσικό, αλλά την πραγμάτωση της ένωσης της προσωπικής συνείδησης, με την εξωτερική πραγματικότητα που συναντήσαμε παραπάνω, μιας και το σώμα της κοπέλας βρίσκεται κάτω από τη γη -έχοντας κυριολεκτικά αφομοιωθεί- και γυρνάει στη τροχιά της, ενωμένο με ανόργανα και άλλα οργανικά στοιχειά («βράχους, πέτρες και χλωρίδα»)
   Το συγκεκριμένο ποίημα ξεκινάει με το στίχο «Νάρκη μου σφράγισε το νου», που αντικατοπτρίζει με πολύ όμορφο και ποιητικό τρόπο, την οδύνη του ποιητικού υποκειμένου για το ποιητικό αντικείμενο, την νεαρή κοπέλα, την οποία δεν παραβλέπει να εξιδανικεύσει σύμφωνα με το ρομαντικό ιδεώδες στους αμέσως επόμενους στίχους «σαν πράγμα εκείνη του ουρανού ήταν, που οι χρόνοι δεν τ’ αγγίζαν»
   Το δέος που προκαλεί η εικόνα του υπεδάφους και της κίνησης της γης, σε συνδυασμό με την προσωπική οδύνη του ποιητή, για τον πρόωρο και αναπάντεχο θάνατο της κοπέλας, προκαλούν το αίσθημα του Υψηλού, μπροστά στο οποίο ο αναγνώστης παραμένει εκστατικός.[10]

Daniel F. Gerhartz : Water lilies 

   Στο άλλο ποίημα του Ουερντσγουέρθ, «Έζησε πλάι στην πηγή» (1800), το οποίο ανήκει και αυτό στα «πέντε ποιήματα της Λούσυ», συναντάμε το γνώριμο, εξιδανικευμένο βουκολικό τοπίο που πλαισιώνει το κορίτσι, στους στίχους, «Έζησε πλάι στην πηγή, στ’ άβατα μονοπάτια.» Σε συνδυασμό με την παρομοίωση της κοπέλας, με κρυμμένο άνθος σε άβατο τόπο, στο στίχο «όπως ανθίζουν σε γκρεμό, γούλια μισοκρυμμένα», ο ποιητής υπογραμμίζει την αγνότητα και την απλότητα των ανθρώπων της φύσης. 
   Στην τελευταία στροφή του ποιήματος, συναντάμε το άλλο σημαντικό στοιχείο της ρομαντικής ποίησης, αυτό που έχει να κάνει με την αναφορά στους απλούς ανθρώπους. Έτσι, μέσα από τους στίχους Άγνωστη ζούσε και μικρή κατέβηκε στο τάφο.
Αλίμονο για τη νεκρή και μένα που το γράφω.
,

έχουμε την ανάδειξη του θανάτου μιας αφανούς ύπαρξης, σε μέγιστο δραματικό γεγονός και άξιο ποιητικό αντικείμενο.[11]
   Και τα δύο αυτά ποιήματα, αφορούν το συναίσθημα του ποιητή, που πηγάζει από την ανάμνηση του θανάτου της κοπέλας. Πρόκειται για ένα κατεξοχήν ρομαντικό θέμα που αποτυπώνεται εξίσου γλαφυρά και στο «Αταλά», στο στίχο:
 Λάβε λοιπόν από μένα αυτήν τη κληρονομιά,
H ρομαντικοποίηση του θανάτου και η μεταθανάτια ζωή
αδελφέ μου, και φύλαξε την γι ανάμνηση των συμφορών μας.[12]
   Το θρησκευτικό και συνάμα μεταφυσικό στοιχείο είναι εξίσου διάχυτο σε όλο το έργο του Σατωβριάνδου κάτι που διαφαίνεται σε πολλά σημεία στο συγκεκριμένο απόσπασμα του «Αταλά». Στο στίχο
αλλά έπειτα απ’ αυτή τη ζωή υπάρχει μια άλλη πιο μακρά ζωή,
 έχουμε σαφή αναφορά στην αιώνια μετά θάνατον ζωή, την οποία πρεσβεύει ο χριστιανισμός, ενώ στη συνέχεια, αναφορά γίνεται και στον παρηγορητικό του χαρακτήρα, στο στίχο:
μου δίνει τη δυνατότητα να σ’ εγκαταλείψω,
δίχως να πεθάνω μέσα στις αγωνίες της απελπισίας.
   Τέλος όταν ο συγγραφέας φτάνοντας σχεδόν στην πολυπόθητη Θέωση γράφει με γλαφυρό τρόπο
 «μου φάνηκε πως είδα τον ίδιο τον θεό να παρουσιάζεται από την πλαγιά του βουνού»,
κατορθώνοντας έτσι να ενώσει με μοναδικό τρόπο την αφήγηση του με το υπερφυσικό στοιχείο, προσεγγίζοντας το Θείο, μέσα από μια ενορατική, αποκαλυπτική εικόνα.
   
Συμπεράσματα

Εγωκεντρικός όσο και μελαγχολικός, αλλά και συνάμα αντιφατικός ως επί το πλείστον, ο ρομαντικός συγγραφέας του 19ου αιώνα, εμφανίζεται από τη μια ως υπερβολικά ευαίσθητος και εσωστρεφής εκφραστής της νεωτερικότητας, κατορθώνοντας να γίνει αντικείμενο θαυμασμού και «ηχηρός αντίλαλος» της εποχής του και από την άλλη ως φλογερός, ιδεολόγος επαναστάτης, που ταράζει τα λιμνάζοντα ύδατα των κανόνων που προσπαθεί να επιβάλει η νεοφερμένη στα ηνία της εξουσίας άρχουσα πλέον αστική τάξη.
   Οι κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις της εποχής, θα τον αναγκάσουν να  στρατευτεί στην υπεράσπιση πολιτικών και ανθρωπιστικών ιδεωδών. Σύντομα ωστόσο, θα διαπιστώσει τους διαχωρισμούς ανάμεσα στις προσδοκίες του και την πραγματικότητα και θα κατανοήσει ότι η τεχνική, η οικονομική αλλά και η πολιτική πρόοδος της εποχής του, δεν συνεπάγεται απαραίτητα και την πρόοδο της κοινωνίας σε ηθικό και πνευματικό επίπεδο.
   Αυτή η διαπίστωση έχει πολλές φορές ως αποτέλεσμα την αποξένωση του ρομαντικού συγγραφέα από την κοινωνία. Εξαιτίας των απογοητεύσεων που βιώνει στην καθημερινή πραγματικότητα, αναγκάζεται να αναζητήσει καταφύγιο στο μεγαλείο της φύσης, στο ιστορικό παρελθόν, στις προσωπικές του αναμνήσεις και τη θρησκεία, βυθιζόμενος έτσι ολοένα και περισσότερο στην ονειροπόληση και στη μακάβρια εμμονή του θανάτου.[13]


Μέγεθος εργασίας : 1612 λέξεις 
The Soundtrack:


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Μ. Χ. Άμπραμς, «Ο Σέλλεϋ και ο ρομαντικός πλατωνισμός» (Ανθολόγιο Κριτικών Κειμένων)
Α. Βλαβιανού, Ανθολόγιο λογοτεχνικών κειμένων, εκδ. Ε.Α.Π., Πάτρα 2008.
Martin Travers, Εισαγωγή στη νεότερη ευρωπαϊκή λογοτεχνία – από τον ρομαντισμό ώς το μεταμοντέρνο, επ. επιμέλεια Τ. Καγιαλής, μτφρ. Ι. Ναούμ, Μ. Παπαηλιάδη, εκδ. Βιβλιόραμα, Αθήνα 2005.
Δ.Προβατά, Ιστορία της Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας, τόμος Β’, εκδ. Ε.Α.Π. Πάτρα 2008.





[1] Δ.Προβατά, Ιστορία της Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας, τόμος Β’, εκδ. Ε.Α.Π. Πάτρα 2008, Β’ εκδ.σ.82.
[2] Στο ίδιο, σ. 84 και Martin Travers, Εισαγωγή στη νεότερη ευρωπαϊκή λογοτεχνία – από τον ρομαντισμό ώς το μεταμοντέρνο, επ. επιμέλεια Τ. Καγιαλής, μτφρ. Ι. Ναούμ, Μ. Παπαηλιάδη, εκδ. Βιβλιόραμα, Αθήνα 2005, σ.40 και σσ 53-54.
[3] Martin Travers, o.π. σ.86-87.
[4]. Δ.Προβατά, ό.π, σ.84.
[5] Στο ίδιο, σ.102.
[6] Martin Travers, o.π. σ.85 και Δ.Προβατά, ό.π, σ.103.
[7] Στο ίδιο,σ. 90 και Δ.Προβατά, ό.π., σ.97.
[8] Δ.Προβατά, ό.π, σ.103.
[9] Στο ίδιο. σ. 86.
[10] Στο ίδιο, σ.137.
[11] Στο ίδιο, σ.136.
[12] Στο ίδιο σ.136 και Α. Βλαβιανού, Ανθολόγιο λογοτεχνικών κειμένων, εκδ. Ε.Α.Π., Πάτρα 2008,σ.226.
[13] Δ.Προβατά, ό.π., σ.σ. 84-85.

Tuesday, May 16, 2017

Δάμων και Φιντίας



Στις Συρακούσες την τρανή των Κορινθίων αποικία,
δυο φίλοι αχώριστοι επροκάλεσαν τον φθόνο.
Ήταν γνωστοί διότι ασκούντο εις την φιλοσοφία
μα κατηγόρησαν τον έναν πως είχε σχέδια για φόνο.
Οι δύο Πυθαγόρειοι Δάμων και Φιντίας
ιδέες εφέροντο πως είχαν δημοκρατικάς·
σαν άκουσε ο τύραννος τας συκοφαντίας,
εθέλησε να τους χωρίσει δια παντός και μονομιάς.

Έτσι ο τύραννος Διονύσιος τον Φιντία εκατηγόρει
για πιθανή ανατροπή της ιδικής του τυραννίας·
μ' άλλο πράγμα είχε στο νου κι’ άλλο τον απησχόλει,
το ήθος και τα όρια της πυθαγόρειας φιλίας.
Εγνώριζε καλώς, πως μ' όρκο αυτή ήταν δεμένη,
ακόμη κι’ εις τον θάνατον εμπρός, να μην λυγίσει·
και θέλησε να τους εκθέσει σ' όλη την οικουμένη,
πως ήταν τάχα μόνο λόγια και να τους ευτελίσει

Σαν ζήτησε ο Φιντίας ως τη δύση αναβολή,
τα της οικογενείας του επιθυμών να διευθετήσει,
αντέτεινε ο Διονύσιος μ' όλη του την υπερβολή,
τον Δάμωνα εις τη θέση του μελλοθάνατου ν' αφήσει.
Ο Δάμων προθυμότατα το ρόλο του εδέχθη,
σίγουρος καθώς ήταν, πως ο Φιντίας θα γυρίσει·
κι' αν πάλι εκείνος δεν τηρούσε τον λόγο που υπεσχέθη,
κάποιο ανυπέρβλητο εμπόδιο δεν θα τον είχε αφήσει.

Αγκαλιάστηκαν οι φίλοι κι' όρισαν σύντομα εις το επανιδείν.
Σαν αστραπή εχάθη στον ορίζοντα ο Φιντίας·
Μα ο Δάμων ουδόλως εσκοτίζετο δια την δικήν τού επιστροφήν,
μονάχα εχαίρετο που εγενετ’ ο προστάτης της φιλίας.
Ο Διονύσιος απ’ την άλλη τον Φιντία περιγελούσε,
λέγοντας μην προσδοκά, ο φίλος του πίσω να φανεί·
εκείνος ευτυχής κάπου αλλού τώρα θα ζούσε,
εκτίοντας αυτός την δική του την ποινή.



Κόντευε πια να δύσει ο ήλιος, μα ο Φιντίας πουθενά,
ανήσυχος ο όχλος αρχίνησε το μουρμουρητό
λοιδορώντας με μανία τη σχολή του Κρότωνα,
πως δεν κάνουν εις τα έργα, μόνο για το μιλητό...
Τον Δάμωνα αρπάζουν για να βάλουν στον σταυρό
αφού η ώρα είχε παρέλθει κι' είχε ο ήλιος πια κρυφτεί.
Ατάραχος προσεύχεται εις τον άγνωστο θεό,
μη τυχόν σιμά εις το τέλος ο Φιντίας αφιχθεί.


Επήραν να τον δέσουν εις τον σταυρόν επάνω,
με προσβολές τον χλεύαζαν οι δημαγωγοί·
"σε ξέχασε ο φίλος σου κακομοίρη Δάμων"!
Μα άξαφνα ακούστηκε στεντόρεια φωνή:
Σταθείτε! Τι πάτε εκεί να κάμετε; Εμένα θε να βλάψετε...
κι’έχω φτάσει τώρα εδώ, όχι πολύ αργά, ευτυχώς!
Απ' τον σταυρόν αμέσως εκείνον κατεβάσετε·
ξεπρόβαλε απ΄ το πλήθος ο Φιντίας κάθιδρος.



- Καλώς τον φίλον τον αδελφικόν! Κατόρθωσες να’ ρθεις τελικώς
αγαπημένε μου Φιντία, μα πέρασεν τώρα η προθεσμία.
Έδυν ο ήλιος ως οράς κι' άραγε ετούτοι ορθώς 
γυρεύουν να επιβάλλουν την δίκαιη μου τιμωρία.
- Φίλτατε Δάμωνα, που τη σοφία σου αφάνταστα εκτιμώ
και πάντοτε τα λόγια σου μιλάνε στην ψυχή μου·
τι κι' αν αργοπορημένος, ωστόσο  πρόφτασα να’ ρθω·
κανείς δεν θα εκτελεστεί εις την θέση την δικήν μου!

Σάστισε ο Διονύσιος, βουβάθηκε το πλήθος·
τέτοιο θέαμα ποτέ κανείς δεν είχε ματαδεί.
Δυο φίλοι να λογομαχούν μ’ ευγένεια και ήθος,
ποιος απ’ τους δυο τους πρόκειται απά στο σταυρό να μπει!
Του τύραννου ελύγισ' η καρδιά μπρος στο θέαμα αυτό
κι' ευθύς λευτέρωσε τους δυο, ζητώντας μόνο μία χάρη·
να τον δεχτούν στην συντροφιά ως τρίτο φίλο καρδιακό.
Πώς αλλάζουνε οι ρόλοι απ’ τη μια στιγμή στην άλλη…


Ιωάννης Κατής
16/05/17
Revised  4/1/19

Wednesday, April 12, 2017

Αποσύνθεσις



Τι κι'αν περνούν χωρίς σταματημό μέρες, μήνες, χρόνια
τι κι'αν συμβούν στο διάβα τους τόσα κι' άλλα πολλά;
Πόσοι άνθρωποι περνούν και χάνονται σαν πιόνια;
Μες του χρόνου την αχλή, όλα μοιάζουνε θολά

Οικτίρω τους θρασείς και τους κουτούς ανθρώπους
αυτούς που γέρασαν μα μυαλό δεν έβαλαν καθόλου
που έχουν πτυχία και κύρος δίχως να έχουν τρόπους
που κάνουν το σταυρό τους, μα είναι του διαβόλου

Πικραίνομαι αφάνταστα και για τούτη τη γενιά
που ξέχασε κάθε λογής ιδανικά και αξίες
κι' άλλο δεν έμαθε, παρά να ζει με δανεικά,
χωμένη μες' τη δηθενιά και ξενόφερτους παρίες

Μα πιότερο μ'απασχολούν οι μέλλουσες γενιές
τι έργο θα παράγουν, τι βίο θα διάγουν
τι χαρακτήρα θα χουν και αν θα ζουν με τις ψευτιές...
Θα τελειώσουν τη μιζέρια ή απλώς θα την προάγουν;

Δύσκολες λεν πως έγιναν οι σχέσεις των ανθρώπων
καταχνιά και συννεφιά στις ψυχές έχει πλακώσει
όλος ο κόσμος στο έλεος μονόφθαλμων Κυκλώπων
κι' ο Δυσσέας άφαντος, παλούκι να καρφώσει

Μπας και τους τυφλώσει, στης εξουσίας απάνου το μεθύσι
και βγούμε έτσι απ' τη σπηλιά οι λοιποί κοινοί θνητοί
φορώντας ο καθένας την προβιά που του αξίζει
κι' αφήνοντας στο έλεος τον δόλιο αυλητή...

Μα για να γίνεις ο "Κανένας", πρέπει πρώτα να' σαι κάποιος
τ' ανάποδο δεν γίνεται, όσο κανείς κι' αν προσπαθεί
Όπως ο ώριμος καρπός, που μπορεί να γίνει σάπιος
μ' απ' τη σαπίλα δεν μπορεί νέος καρπός να γεννηθεί


Ιωάννης Κατής
13/04/17


The Soundtrack:


Wednesday, March 8, 2017

Shieldmaiden



Art: The Funeral of Sigurd and Brynhild by C. Butler 1909

Hailing from the land of ice
of snowy mountains and woods mystique
Sky is hidden behind blue eyes
a shieldmaiden from antique

Golden hair like the sun
white skin pure like snow
I desire other none
my love, i think this you should know

For when i look into your face
shinning like the northern lights
I feel proud of my race
and dream of long cold winter nights

Viking woman from the past
of burning desire and unspeakable lust
Surrender yourself now you must
or i shall conquer, this i trust

A shieldmaiden never surrenders
Art: Imogen by Herbert Gustave Schmalz, 1888
but fights her way with sword and shield
Chastising roughly her offenders
and all who dared to challenge thee

"Freya is my protector and Odin is my guide
you ought to know that foolish earl!
For no one claims a maiden's pride
with arrogant words or beads of pearls"

She charged towards him with all her might
screaming in anguish she aimed for the heart
He brought no weapons to this fight
he never had guessed it would go this far

And though he escaped the deadly stroke
out from his wound spilled royal blood
Many earls he had provoked
yet a shieldmaiden picked the glove

He tried to reason her, he tried to explain
even confessed to her his love as a child
She wouldn't hear it, all was in vain
she'd gone berzerk, furious and wild

A second charge followed, this time with the shield
that caught him off guard and did brake his chin
It is not I, she screamed, but you to me shall yield",
the earl's patience was now wearing thin...

He reached for his boots and pulled out a dagger
the maiden laughed and threw down her shield
Come on,  let's fight  now my only true lover
and see who will be the earl of this field

For little do i care about gold, power or glory
i guess you should definitely know this by now...
Despite of my feelings this is not a love story
i must remain true to my vow

This vow i've taken since i was only a little lass
there's only one man i'd follow in life                                            
but first he needs to beat me in clash
and if by chance escape from death, then proudly i can be his wife

She ran towards him wielding her sword
and hit him hard right on the groin
Abruptly was cut off his life chord                  
and plunged his dagger into her loin

"We can't escape death after all",
she whispered with a smile
"Our love was never meant for this world"
he managed to reply

They hold each other blandly, kissed and died.



Ioannis Katis 

8/3/17

Written for International Women's Day 2017



The Soundtrack:



Sunday, March 5, 2017

Lady of horses

Art: Lady Godiva by John Collier of the pre-Raphaelite brotherhood


In the mist of the night                                                                                                              
A graceful figure is riding with might                                            
Mountains, forests and rivers she crosses

An ancient fairy the Lady of horses


Legend has it that he who dares

confront her in a glance or stare

her shinny eyes and pretty face

he'll disappear, without a trace


Mistress of the wind

and all nature's forces

commander of creatures

the Lady of horses


With wolves by her side

she is roaming the night

followed by ravens

until the first light


Her song like pure magic

her dance of despair

No one could tame her

The lady of fair


A quest never ending                                

no matter the losses

Until she will meet

her tamer of horses.

Ioannis Katis
August 2011


Sunday, February 26, 2017

Ρωμιέ, Γραικύλε και ραγιά

Ρωμιέ, Γραικύλε και ραγιά
ξέχασες τα ιδανικά και φλόμωσες στα δανεικά
και γυρεύεις παρακαλιά
να σου δώκουνε λεφτά.

Θες να θέσεις και τους όρους                                        
θες να μείνεις στο ευρώ,
ούτε τη δραχμούλα θέλεις
ούτε νόμισμα διπλό.

Μα ούτε και να ζοριστείς λιγάκι,
δεν θέλεις μέτρα και σταθμά,
ούτε το μνημόνιο θέλεις
μόνο γυρεύεις δανεικά!

Να μπορούσες να δανείζεσαι
από ανατολή και δύση
και ποτέ να μην πλερώνεις
παρά μόνο το μπαξίσι.

Σέρνεσαι με την κοιλιά
σιχαμένο ερπετό
και γυρεύεις από ξένους
λιγουλάκι μετρητό.

Όχι για να επενδύσεις                      
μήτε και να ξεχρεώσεις,
τελευταίο που σε νοιάζει
πως θα πλερωθούν οι δόσεις.

Μα για να κάνεις το εφέ σου             και να πάρεις αμαξάρα,
να γαμπρίζεις στα μπουζούκια
μπας και κάτσει η κορμάρα.

Τι σε μέλει κι' αν εισέλθει
παρανόμως η αραπιά;
Πακιστάνια, μαμελούκοι
είναι αδέλφια ταξικά.

Κάτσε και να στη φορέσουν
αλά οθωμανικά
όπως σε "περιποιούνταν"
400 συναπτά.

Saturday, February 18, 2017

Βουτιά στο σκοτάδι


Art by Zdzislaw Beksinski : Untitled
Μαύρη ολόγυρα η ατμόσφαιρα
κι' έξω άπλετο φως
τρέμεις μήπως ακουστεί
των σκέψεων σου ο αχός

Κάθε βράδυ σε στοιχειώνουν
κι' έρπουν βασανιστικά
σε τυλίγουν και σε δένουν
σου τσακίζουν τα οστά

Κι' ούτε ν'αντιδράσεις πια μπορείς
σ' έχει σκεπάσει μια σκιά
σε ρούφηξε το χάος
σε κατάπιε η καταχνιά

Κάθε βήμα μπρος που κάνεις
δύο πίσω ακολουθούν
Και οι δαίμονες τριγύρω
κάθε λέξη σου αγροικούν

Αδυνατείς να διακρίνεις
τι είναι πλέον πραγματικό
την αλήθεια από το ψέμα
το παλιό απ' το τωρινό

Όλα φαίνονται μπλεγμένα
και είν' αυτό κουραστικό
η διαύγεια  εχάθη
λάκισ' απ'το συνειδητό

Την ψυχή σου διεκδικεί
ο διάβολος απ' τον Θεό
φοβάται το θεριό το Γιάννη
και ο Γιάννης το θεριό

'Ενα θεριό με δυο κεφάλια
και με μυτερή ουρά
Art by Gustav Rore: Geryon
ράχη μ'αγκάθια κοφτερά
και ολόμαυρα φτερά

Και τα βέλη σου να σπάνε
σαν πετύχουν το θεριό
κι'άλλο τόσο να θεριεύει
και να γίνεται διπλό

Βοήθεια δεν προσμένεις
από κανένανε θνητό
Μήτε και συμμάχους έχεις
μήτε είν' και μπορετό

Αλλά μην λιγοψυχήσεις
ούτε ν'απογοητευτείς
ξαναζώσου τη φαρέτρα
μεσ' τη μάχη να ριχτείς

Με τα ξύλινα τα βέλη
και την σιδερένια αιχμή
δεν πρόκειται να καταφέρεις
του θεριού μια αμυχή

Θέλει βέλη νοητικά
σαν χρυσάφι λαμπερά
που χουν ποτιστεί μ'αιθέρα
σε σώματα αστρικά

Με τη δύναμη του πνεύματος  
και τη βοήθεια του Θεού
οδήγησέ τα με τη σκέψη          
μέσα στου θεριού τον νου

Τότε θα τον διαλύσεις
αφού τον αποσυντονίσεις
και ξανά τον οδηγήσεις
στα Τάρταρα για να τον κλείσεις                                            

Και όταν θα τον σπρώχνεις
προς την άκρη του γκρεμού
να φωνάξεις δυνατά
"ο Κύριος είναι μετ' εμού" !

Και το θεριό θα γκρεμιστή
σ' αιώνιο έρεβος πηχτό
σαν ματαδεί ποιος κυβερνά
τον αιώνιο κόσμο αυτό...
The Soundtrack:
Ιωάννης Κατής
18/02/2017








Monday, February 13, 2017

The Return Of The Centaurs




Sirius has risen, on the Orion
The Sphinx has smiled long since now
We'll see Them coming on Their horses
Blazing arrows from the sky

New World Order has arisen
Provoking man, to leave his Gods
Modern slavery is upon us
To work and sleep that's their plan

Ohh can't you see it?
Revolution is to come...
Ohh can't you feel it?
REVELATION IS AT HAND!

The world connected through wires and cables
Communication has reached the stars
Millions of dollars on space programs
People starving, “KEEP THEM STARVED”

No more gold, no more oil
Now we'll use wind and sun
Cultivate earth for gas power
Not for food, while children die

Ohh can't you see it?
There shall be no one of us...
Ohh can't you feel it?
WE'RE THE SERVANTS OF THEIR PLAN!

(Apocalyptical sounds and voices, the earth trembles and the sky cracks and opens up, the sound of the Horn! )

Centaurs returning, by permission
Of thy mighty God of Sun
With Their bows and Their arrows
They will fight the Demons down

Gaze at the pyramids, how they 've opened
All aligned with the Star
At the Dawning of the Equinox
See the Sun rising, see Them come!

Ohh can't you see it?
It's the dawning of the man
Ohh can't you feel it?
ANCIENT GODS HAVE COME AGAIN!

Ιoannis Katis 12/03/12


The Soundtrack


Gorgon's Tale




John William Waterhouse: A Mermaid
When the moon will turn to red
a blood diamond in the sky
the demons dwelling in my head
will come out and start to fly

speaking riddles from the past
unveiling mysteries of the mind
stories of desire and lust
about a long forgotten kind

She used to live in the old times
across the seven seas
asking mariners in rhymes
about Alexander the King

"Is Alexander the King alive ?"
asked the sailors on the ships
but beware of the reply
cause she could drag you to the deep

"He is still alive and reigning"
that's the answer to her keen
if you'd found yourself facing
the almighty ocean queen

Half a woman half a creature
from the bottom of the sea
an extraordinary mixture
full of beauty and of bree

But if by misfortune she was told
The king her brother lives no more
tremendous rage then would unfold
and crash the ships onto the shore

Her weeping song was of despair
storm and tempest would arise
she mourned the lives she could not spare
the sea was raging from her cries

Fading to her underwater kingdom
deep down the ocean floor
mystic creature full of wisdom
were you for real or just a lore?

Ιoannis Katis 16/04/14


The Soundtrack:













Xωρίς Ταυτότητα


Ολάκερη ζωή ταυτότητα γυρεύεις
σε Εξαρχειώτικα στενά και σε σαθρά παγκάκια 
σε βρώμικες πλατείες και ανήλιαγα σοκάκια 
Βάλτωσες για τα καλά, το νιώθεις πως στερεύεις... 

Χαμένα χρόνια, κάψιμο... μια γενιά πνιγμένη 
Με στερημένα όνειρα και σκοτωμένη ελπίδα 
ναυάγησες στο πέλαγος, μα πήραν τη σανίδα 
καταυλισμό να κάνουνε κάπου στην Ειδομένη

Έθνος χωρίς όραμα κοινό, λαός χωρίς σκοπό 
Ο κρίκος ο συνεκτικός, στο έδαφος σπασμένος, ανοικτός 
κι’ η υπόλοιπη αλυσίδα ένας ασφυκτικός κλοιός 
Χτυπάει το κινητό, λυγμοί... “κόψανε το φως” 

Έμεινες ξάφνου στο σκοτάδι, κάποιοι σκοτίστηκαν πάλι... 
Δεν μπορεί, δεν είναι τούτη η Ελλάς η χώρα του φωτός! 
Πως γίναν έτσι οι Έλληνες; Αβάσταχτος καημός 
Φέξε τον λύχνο Διογένη, ψάχνω να 'βρω λίγο φως.

Ιωάννης Κατής 27/01/17

Friday, December 27, 2013

Τhe fall of Troy (Helen's Mourn) Ioannis Katis 26/08/2011

Francisco Collantes, (1599–1656)

Τhe fall of Troy (Helen's Mourn)


Ten years outside
the walls of Troy now we've been
too many killings and
blood we have seen.

I still remember
Patroclus death
and how Achilles
took his revenge.

He killed their best,
Hector now rests
behind the walls of Hades
he builds his nest.

But still the burden,
lies on Achilles chest
to take the city
his only request.

So many times,
we charged on their wall
and many have died,
a bloody toll.

Who will be left
to see the city fall?
Odysseus has
the final call.

Resting one night
close to the fire
his heart is filled
with homesick desire.

He misses his land,
his son and his wife
he has to break in
or pay with his life.

And so as he is looking
his shield carved with horses
a brilliant idea,
his mind now crosses.

He found the way ,
how to break in,
surprise the enemy
and kill from within.

He orders to build
a giant wooden horse
and draws all the ships
away from shore.

A gift from Poseidon ,
the poor Trojans thought
and brought their gift
inside their court.

All day they were feasting,
it was late night when they stopped
dancing and singing
around the horse.

Women and wine
brought them to sleep
Laocoon had warned them
"Beware of the Greeks..."

They slipped from it's belly,
hanging on rope
the Trojans were doomed,
there was no hope.

The best of the Greeks ,
were inside the walls
they gave the signal
and opened the doors.

Thousands of Greeks
invaded at once
the Trojans asleep,
they had no chance.

Their only care now
their post humus fame...
Priam watches
his city in flames.

Women and children,
they must escape
and save the race,
or meet their fate.

Paris is proud
and would not kneel
he shoots an arrow
to Achilles heel.

The only part
he could be wounded
he'd never have guessed
that Paris would knew it.

Apollo was angered
from his arrogant pride
and uncovered the secret
in Paris's mind.

The city is burning
and statues fall
hundreds of babies
are cast from the wall.

Women are raped
and Helen mourns
she wonders if this
is all her fault.

The Soundtrack: