Saturday, June 27, 2015

Σκέψου πριν ψηφίσεις!


Του Ιωάννη Κατή


    Παρατηρώ τον κοινωνικό  αλλά και διαδικτυακό μου περίγυρο στα social media τόσο σίγουρους όλους για ένα "ΝΑΙ" ή ένα "ΟΧΙ", που αρχίζω και νιώθω παράξενα για το γεγονός ότι εγώ είμαι ολότελα μπερδεμένος. Δεν ήξερα ότι υπάρχουν τόσα πολλά και τέτοια μυαλά τζιμάνια, πολλοί μάλιστα φαίνεται να έχουν και κληρονομικό χάρισμα στην μελλοντολογία...
 
   Για όσους σκέφτονται ακόμα στη χώρα, που νομίζω δεν είναι και πολλοί πλέον, ας μην ακούν τις όποιες σειρήνες και τα παπαγαλάκια ένθεν και ένθεν, αλλά ας συλλογιστούν τις επόμενες μέρες με υπευθυνότητα και σοβαρότητα όλη την πορεία της χώρας προς αυτή την κατάσταση από την μεταπολίτευση και μετά και ας προσπαθήσουν με τις γνώσεις και το ένστικτο που διαθέτει ο καθένας να φανταστούν και να οραματιστούν ποιο μέλλον θα ήθελαν για αυτούς και τα παιδιά τους.
   Ο πρωθυπουργός και η κυβέρνηση αποδείχτηκαν παντελώς ανάξιοι των περιστάσεων και αφού δεν κατάφεραν εξαιτίας των τραγικών λαθών και συμπεριφορών τους να φτάσουν σε έναν τίμιο συμβιβασμό επί 5 μήνες, τώρα πετάνε το μπαλάκι στην εξέδρα και ζητάνε από τον λαό να βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά. Ο πολιτικός καιροσκοπισμός και πολιτική δειλία σε όλο τους το μεγαλείο.
   Πλέον είμαι απόλυτα πεπεισμένος, πως όλο αυτό το παιχνίδι ήταν στημένο και μεθοδευμένο από την κυβέρνηση, ώστε οι συνομιλίες να φτάσουν σε προκαθορισμένο αδιέξοδο, ώστε να οδηγηθούμε στη ρήξη και στην έξοδο από την Ε.Ε. και το ευρώ. Ο Τσίπρας θέλει να γίνει ο Τσάβες της Ευρώπης, αλλά υστερεί σε πολιτικό εκτόπισμα, αδυνατεί να υποστεί το βάρος των συνεπειών των αποφάσεων του ίδιου και της κυβέρνησης του, όπως κάνουν οι πραγματικοί ηγέτες και οι αρχηγοί και γι'αυτό ζητά "νομιμοποίηση" από τον "κυρίαρχο λαό", που μόνο κυρίαρχος δεν είναι πια, αλλά έχει επέλθει στην πλέον δεινή κατάσταση στη μεταπολεμική εποχή. 

   Πως μπορεί να ζητά κανείς μια τόσο σημαντική απόφαση και σε τέτοια χρονική στιγμή από τον λαό; Μήπως άραγε δεν είναι ο ίδιος λαός που πριν μερικά χρόνια είχε ψηφίσει τον ΓΑΠ, που μας έβαλε στο μνημόνιο, μετά τον Σαμαρά και μετά τον Τσίπρα; Από αυτόν τον λαό ζητάμε να πάρει μια τέτοια σοβαρή απόφαση την δεδομένη στιγμή; Εδώ δεν μπορεί να κατασταλάξει σε απόψεις και ιδεολογία, παρά άγεται και φέρεται από πολιτικά γραφεία και φρούδες υποσχέσεις και ξαφνικά μπορεί να αποφασίσει τι είναι καλό για την χώρα και το μέλλον της;
   Κάποιοι χάρηκαν γι'αυτό το δημοψήφισμα. Οι Έλληνες και ας μην το ξεχνάμε ποτέ αυτό, είναι ένας συναισθηματικά φορτισμένος λαός και ένας περήφανος λαός, όμως η πολιτική δεν καταλαβαίνει από περηφάνιες και συναισθηματισμούς. Χρειάζεται λογική και ψυχραιμία. Το μπαλάκι πλέον είναι στην εξέδρα, στους θεατές, τον κακόμοιρο και εξαρτημένο και ουχί "κυρίαρχο" λαό, που για μια φορά καλείται να αποφασίσει για κάτι τόσο σοβαρό. Είναι κρίμα να μην εκμεταλλευτούν ορισμένοι ούτε αυτό το μικρό διάστημα της μιας εβδομάδας προκειμένου να φτάσουν σε μια απόφαση, αλλά να έχουν προαποφασίσει ήδη, βασισμένοι ως επί το πλείστον σε προσωπικές αντιλήψεις και προσωπικά πάθη. 
   
   Ήρθε ο καιρός, που έστω και για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας, ο ελληνικός λαός καλείται να αποφασίσει για την ιστορική του πορεία και το μέλλον του. Τουλάχιστον ας σκεφτεί και ας συλλογιστεί πριν το κάνει!

Wednesday, May 20, 2015

Η Κοινωνικοπολιτική εμπειρία της Ελλάδας από τη μεταπολίτευση και ύστερα. Τα αίτια της κοινωνικής και πολιτικής κρίσης.


Του Ιωάννη Κατή



ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Εισαγωγή

1. Η δημοκρατία στα χρόνια της μεταπολίτευσης

2. Πολιτική κουλτούρα και κοινωνία πολιτών στη σύγχρονη Ελλάδα

3. «Ξέγνοιαστοι καβαλάρηδες στη χώρα των θαυμάτων  ή απλώς τζαμπατζήδες της Ε.Ε» ;

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


Υποσημειώσεις -  Παραπομπές






Eισαγωγή

   Τα τελευταία πέντε χρόνια, από τη στιγμή που η Ελλάδα υπέγραψε τον Μάιο του 2010 το πρώτο μνημόνιο, η ελληνική κοινωνία ταλανίζεται από μια πρωτοφανή για τα χρονικά δεδομένα οικονομική κρίση με πολλούς από τους συμπολίτες μας να μην μπορούν να εξασφαλίσουν ούτε τα πλέον βασικά μέσα για την επιβίωση τους. Μαζικές απολύσεις, καλπάζουσα ανεργία, φτώχεια, αθρόα μετανάστευση νέων και μορφωμένων κυρίως ανθρώπων στο εξωτερικό προς αναζήτηση καλύτερης τύχης, κατασχέσεις και μια γενικότερη ανασφάλεια συνθέτουν την εικόνα μια ζοφερής πραγματικότητας, με αποτέλεσμα πολλοί μέχρι πρότινος αξιοπρεπείς και έντιμοι πολίτες να προβαίνουν σε πολλές των περιπτώσεων ακόμα και στο απονενοημένο διάβημα.
   Η οικονομική κρίση ανέδειξε πολλές από τις παθογένειες του ελληνικού κοινωνικού και πολιτικού βίου, με αποτέλεσμα να γίνεται λόγος από μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας για μια βαθύτερη κοινωνική και πολιτική κρίση που βιώνει σήμερα η χώρα. Στην παρούσα εργασία θα προσπαθήσουμε να αναδείξουμε τα αίτια αυτής της πολιτικής και κοινωνικής κρίσης ξεκινώντας από τη μεταπολίτευση και φτάνοντας ως  σήμερα, όπου η χώρα, με αριστερή κυβέρνηση για πρώτη φορά, αντιμετωπίζει κατάφορα το ενδεχόμενο μιας ακόμη οικονομικής αλλά κυρίως ηθικής χρεωκοπίας.


1. Η δημοκρατία στα χρόνια της μεταπολίτευσης

   Το καθεστώς της 21ης  Απριλίου δεν ανετράπη ποτέ από κάποιο λαϊκό κίνημα ή γενικό ξεσηκωμό, αντιθέτως παρέδωσε την εξουσία στους πολιτικούς το 1974 και η χώρα μπήκε δειλά σε μια μεταβατική περίοδο από την δικτατορία στην αποκατάσταση των δημοκρατικών θεσμών και του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος. Το γεγονός αυτό, η ομαλή παράδοση της εξουσίας, σίγουρα έχει τη δική του σημασία και ενδεχομένως να μπορεί να ερμηνευτεί με ποικίλους τρόπους, ωστόσο το μόνο σίγουρο είναι πως η μετάβαση προς τη δημοκρατία θα ήταν ασφαλώς διαφορετική αν οι δικτάτορες είχαν ανατραπεί από έναν λαϊκό ξεσηκωμό.[1] Ίσως μια μαζική λαϊκή εξέγερση να είχε θέσει τους όρους για ένα δημοκρατικό πολίτευμα εγκαθιδρυμένο στη βάση ενός κοινωνικού συμβολαίου που δεν συνυπογράφηκε ποτέ, ούτε άτυπα, μεταξύ του λαού και των κομμάτων εξουσίας.
   Η μετάβαση και η ακόλουθη θεσμοποίηση ενός ανοιχτού δημοκρατικού πολιτεύματος αποτέλεσε έργο ενός ανθρώπου του Κων/νου Καραμανλή (και δευτερευόντως του κόμματος που ίδρυσε με την ονομασία Νέα Δημοκρατία [ΝΔ]) και επετεύχθη μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα ομολογουμένως με επιτυχία δεδομένων των συνθηκών. Η κοινοβουλευτική δημοκρατία που εγκαθιδρύθηκε δεν είχε καμία σχέση με εκείνη της μετεμφυλιακής περιόδου και αποτελεί την πιο ανοιχτή και πληρέστερη δημοκρατία που είχε ποτέ η Ελλάδα στη νεώτερη ιστορία της.[2]
   Με σαφή τη λαϊκή ετυμηγορία για απομάκρυνση της μοναρχίας ύστερα από το δημοψήφισμα που οργάνωσε ο Καραμανλής, διαμορφώθηκε τελικά το πολίτευμα της προεδρευόμενης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Ο στρατός περιορίστηκε στα στρατιωτικά του καθήκοντα, ενώ το ΚΚΕ νομιμοποιήθηκε και ο κομμουνισμός έπαψε να θεωρείται μια επικίνδυνη ιδεολογία για το έθνος όχι όμως και για τη νεότευκτη δημοκρατία. Αν και προεδρευόμενη, στην ουσία το μεταπολιτευτικό πολιτικό σύστημα είναι μια «πρωθυπουργική» δημοκρατία, εφόσον οι σημαντικότερες εξουσίες ασκούνται από τον πρωθυπουργό, κάτι που θεσμοθετήθηκε και τυπικά με την αναθεώρηση του συντάγματος το 1986 από το ΠΑΣΟΚ.
   Παρά το γεγονός ωστόσο ότι η μεταπολιτευτική δημοκρατία αποτελεί ένα σαφώς πιο δημοκρατικό, ελεύθερο και ανταγωνιστικό καθεστώς σε σχέση με την αστυνομευόμενη «καχεκτική» δημοκρατία της προδικτατορικής περιόδου, με κατοχυρωμένα και προστατευμένα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα και πλήρη εξάλειψη των μεθόδων πολιτικού αποκλεισμού, εν τούτοις είναι πιο συγκεντρωτική και ολιγαρχική στην κορυφή της.  Τα κόμματα εξουσίας δεν κατάφεραν να αποτελέσουν απρόσωπους, γραφειοκρατικά οργανωμένους πολιτικούς οργανισμούς, ούτε και να αποκοπούν από τον παλαιοκομματικό λαϊκισμό που χαρακτηρίζει τη σχέση των ηγετών των κομμάτων με τους ψηφοφόρους τους και την κομματικά κατευθυνόμενη γραφειοκρατική πατρωνία, την κατάσταση δηλαδή στην οποία ο κομματικός μηχανισμός αποτελεί τον βασικό πάτρωνα που διανέμει τα παρελκόμενα και τις εύνοιες της εξουσίας εν είδη προνομίων στους οπαδούς του κόμματος, ελέγχοντας παράλληλα και τους διορισμούς στο δημόσιο μέσα από ένα μηχανισμό πελατειακών σχέσεων.  Όλα τα παραπάνω σε συνδυασμό με την απουσία ισχυρής και αυτόνομης κοινωνίας πολιτών και την συνεπαγόμενη ένδεια σε κοινωνικό κεφάλαιο, είχαν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός υπερτροφικού, διογκωμένου, δυσκίνητου, αναξιόπιστου και αναποτελεσματικού κράτους που συχνά παρομοιάζεται ως «γίγαντας με πήλινα πόδια», έρμαιο στα χέρια των εκάστοτε κυβερνώντων, εφόσον απουσιάζουν εντελώς τα αυτόνομα και ισχυρά «ενδιάμεσα στρώματα» (corpus intermediaires) μεταξύ των πολιτικών ελίτ και του λαού.[3]
   Από τα παραπάνω γίνεται αντιληπτό πως στην Ελλάδα δεν υπάρχει κομματική αλλά κομματικοκρατική δημοκρατία με στοιχεία αυταρχισμού τόσο εκ των άνω (με τους πολιτικούς να χειραγωγούν τις μάζες) όσο και εκ των κάτω (με τις πολιτικές ελίτ να μη μπορούν να αντισταθούν στις λαϊκίστικες πιέσεις. Στην ουσία πρόκειται για ένα φιλελεύθερο μη δημοκρατικό σύστημα διακυβέρνησης, όπου τα λαϊκά και εθνικά συμφέροντα θυσιάζονται συστηματικά και συντεχνιακά στο βωμό της άκρατης ψηφοθηρίας, μέσω της οποίας το κομματικό σύστημα από μέσο δημοκρατικής αντιπροσώπευσης έχει μετατραπεί, πάντοτε με τις ευλογίες αλλά και την συνυπευθυνότητα των αρχόντων και των αρχόμενων, σε αυτοσκοπό, όπου η λογική των κομματικών μαγαζιών υπερισχύει κάθε άλλης λογικής, συνθέτοντας έτσι μια ιδιόμορφη πολιτική κουλτούρα, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της οποίας θα δούμε στη συνέχεια.

2. Πολιτική κουλτούρα και κοινωνία πολιτών στη σύγχρονη Ελλάδα

   Η σημερινή ελληνική κοινωνία διαφέρει σημαντικά από εκείνη των πρώτων χρόνων της μεταπολίτευσης. Ο «κοινωνικός ιδεαλισμός» μέσα από μια πορεία εξορθολογισμού και εκσυγχρονισμού του πολιτικού συστήματος ως συνέπεια της καπιταλιστικής οργάνωσης και της γραφειοκρατικοποίησης των κοινωνιών, μια διαδικασία που ο Βέμπερ αποκαλεί «απομάγευση του κόσμου» (die Entzauberung der welt), αντικαταστάθηκε προοδευτικά από έναν «ατομικιστικό ρεαλισμό» που πολλές φορές αγγίζει τα όρια του αμοραλισμού.[4] Με την διαφθορά να κυριαρχεί στον δημόσιο και πολιτικό βίο το εκλογικό σώμα παρουσιάζει μια έντονη τάση πολιτικής αποξένωσης μη έχοντας εμπιστοσύνη τόσο στα κόμματα όσο και στο ίδιο το πολίτευμα.
   Εκτός από την γενικότερη απογοήτευση των πολιτών για τα πολιτικά κόμματα, δύο κυρίαρχες αλλά εκ διαμέτρου διαφορετικές και ανταγωνιστικές πολιτισμικές παραδόσεις, σύμφωνα με τον Διαμαντούρο, είναι αυτές που συνθέτουν μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα της πολιτικής κουλτούρας στην Ελλάδα. Η πιο παλιά και «παρωχημένη», έχει τις ρίζες της στην Οθωμανική κυριαρχία και είναι σαφώς επηρεασμένη σε μεγάλο βαθμό από την κοσμοθεώρηση της ορθόδοξης εκκλησίας. Χαρακτηρίζεται από έντονο κρατικιστικό προσανατολισμό με συνειδητή προτίμηση προς τον πατερναλισμό και τον προστατευτισμό έναντι της κοινωνίας πολιτών. Προσκολλημένη σε προκαπιταλιστικές πρακτικές και αντιλήψεις, αντιτίθεται με έναν λανθάνοντα αυταρχισμό, προϊόν πολιτισμικής κληρονομιάς από το «σουλτανιστικό»  καθεστώς όπως πολύ εύστοχα είχε ονομάσει ο  Βέμπερ, σε κάθε τι το ξένο και το καινούριο. Πρόκειται για μια κουλτούρα με αμυντικό, προστατευτικό και εν πολλοίς ακατέργαστο όραμα για την κοινωνία στην οποία πρόσκειται η πλειονότητα του ελληνικού πληθυσμού από την ίδρυση του ελληνικού κράτους.[5]
   Στον αντίποδα, σύμφωνα πάντα με τον συγγραφέα , υπάρχει η λεγόμενη «μεταρρυθμιστική παράδοση» που αντλεί τις πνευματικές και πολιτικές της ρίζες από τον Διαφωτισμό. Περισσότερο κοσμική και εξωστρεφής στον προσανατολισμό της αντλεί την έμπνευση της από τα βιομηχανικά ανεπτυγμένα έθνη της δύσης και προσβλέπει σε αυτά για αρωγή προς επίτευξη των στόχων της. Ευνοεί την καπιταλιστική οργάνωση της αγοράς και την ανταγωνιστικότητα, είναι πιο δεκτική στις καινοτομίες και δεν διστάζει να διαρρήξει τους δεσμούς με το παρελθόν και γι’ αυτό τον λόγο έχει ταυτιστεί ως φορέας μεταρρυθμίσεων στο κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό επίπεδο. Πρόκειται για μια μεταρρυθμιστική κουλτούρα που το όραμα της για την κοινωνία διαμορφώθηκε από τις εμπειρίες και τις αντιλήψεις της ελληνικής αστικής διασποράς και των εγχώριων συμμάχων της και ως εκ τούτου εμφανίζεται περισσότερο προσανατολισμένη προς το εξωτερικό, ενώ διατίθεται ευνοϊκά προς τη δημιουργία και εξάπλωση των διεθνών δεσμών της Ελλάδας και προωθεί την αφομοίωση της  στο διεθνές σύστημα και στην παγκοσμιοποίηση.[6]
   Οι δύο αυτές κυρίαρχες πολιτισμικές παραδόσεις συνθέτουν ως επί το πλείστον την εικόνα της πολιτικής κουλτούρας στην Ελλάδα, χωρίς ωστόσο αυτό να σημαίνει πως δεν κάνουν την εμφάνιση τους νέες πολιτικές τάσεις που δεν ανάγονται σε καμία από αυτές.[7] Αυτές οι αντιμαχόμενες παραδόσεις που άλλοτε κυριαρχεί η μία πάνω στη άλλη και άλλοτε συνυπάρχουν σε διαφορετικές όψεις του κοινωνικού αλλά και ατομικού βίου, συνιστούν τη σοβαρότητα του προβλήματος της έλλειψης θεμελιωδών συμβολαιακών αρχών κοινωνικής οργάνωσης και την συνεπαγόμενη εσωτερίκευση ενός γενικού κανόνα, ο οποίος ζητά από το άτομο να υπακούει πρόθυμα στο νόμο και να ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις και τα καθήκοντα του[8]. Ένα τέτοιο συμφωνημένο κανονιστικό πλαίσιο εξασφαλίζει την ανάπτυξη πρακτικών ορθολογικοτήτων, θεμελιωμένων στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του πολίτη και στην υπευθυνότητα του ατόμου, ενώ η έλλειψη του σχετίζεται άμεσα με τα φαινόμενα διαφθοράς όπως θα δούμε στη συνέχεια.



3. «Ξέγνοιαστοι καβαλάρηδες στη χώρα των θαυμάτων  ή απλώς τζαμπατζήδες της Ε.Ε» ;

   Η έλλειψη ενός κοινωνικού συμβολαίου συνεπάγεται τη θεμελίωση της πολυπόθητης συναίνεσης σε εξωθεσμικές πρακτικές, γεγονός που καθιστά τη σχέση ατομικού-συλλογικού αιωνίως προβληματική, ιδιαιτέρως σε ένα κράτος όπως το ελληνικό, όπου η μόνη μορφή συλλογικότητας που λειτουργεί αποτελεσματικά και αδιατάρακτα από την ίδρυση του ως σήμερα, είναι ο θεσμός της οικογένειας, ο οποίος καταφέρνει να γεφυρώσει τα κενά που δημιουργεί η άλλοτε ανεπαρκής και άλλοτε ανύπαρκτη κρατική πολιτική.[9] Δεν είναι λοιπόν καθόλου τυχαίο που στην ελληνική κοινωνία έχουν επικρατήσει τα στερεότυπα ενός «άναρχου ατομικισμού» όπως είδαμε παραπάνω, όπου η ελευθερία γίνεται συνώνυμη της πλήρους ανευθυνότητας προς τους νόμους και το κοινωνικό σύνολο.
   Αυτές οι «free rider»[10] συμπεριφορές αποτελούν τη νόρμα στη σύγχρονη Ελλάδα με αποτέλεσμα η επικρατούσα πρακτική να παραμένει ενστικτωδώς εγωιστική, αρνούμενη κάθε συλλογική υπευθυνότητα ακόμα και μέσα σε συλλογικές δράσεις όπου οι δρώντες φαίνονται να μεγεθύνουν απλώς το εγώ τους αντί να το υπερβαίνουν.[11] Πράγματι χωρίς ένα ισχυρό και πανεποπτικό κανονιστικό πλαίσιο η ενεργοποίηση της εαυτό-κεντρικής εργαλειακής ορθολογικότητας του ατόμου σε ένα μαζικό και αποπροσωποιημένο σύστημα κοινωνικών σχέσεων τείνει να προσλάβει άκρως εγωκεντρικές free rider μορφές. Όταν οι κανόνες, αλλά και οι κυρώσεις που συνεπάγονται τη μη τήρηση των κανόνων, είναι γενικοί και αφηρημένοι και όχι άμεσοι και προσωποποιημένοι, τότε η συμπεριφορά τείνει να καθορίζεται κυρίως στο βαθύτερο επίπεδο του υπερεγώ. Αυτό άλλωστε εξηγεί σε μεγάλο βαθμό το εντονότατο φαινόμενο που υπάρχει στην Ελλάδα και στους Έλληνες της διασποράς, όπου παρατηρείται μεγάλη επιτυχία σε προσωπικό-ατομικό επίπεδο, αλλά μεγάλη «μωρία» στο συλλογικό.[12]
    Yπό αυτή την έννοια η ορθολογική οικονομική συμπεριφορά μιας κοινωνίας αποτελεί έναν επιμέρους παράγοντα, ενδεχομένως και δείκτη, για το πόσο νεωτερική είναι αυτή, και προϋποθέτει τη συμμόρφωση προς συγκεκριμένους και συμπεφωνημένους κανόνες. Παράλληλα όμως απαιτείται και ο αυστηρός διαχωρισμός της οικονομίας από την πολιτική εξουσία και η φετιχοποίηση της συμβολαιακής θεμελίωσης όλων των οικονομικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του ατόμου. Η εντιμότητα, η χρηστότητα, το εργασιακό ήθος και η πειθαρχία, η εξειδικευμένη αρμοδιότητα  και η οργανωτική ορθολογικότητα αποτελούν έννοιες που αντικατοπτρίζουν αυτή τη φετιχοποίηση της ορθολογικότητας στο κανονιστικό επίπεδο. Η εργαλειακή ορθολογικότητα στη σφαίρα της οικονομίας δεν αποτελεί επ’ ουδενί συνώνυμο της «άγριας» και γενικευμένης «free ridership» ατομικής μεγιστοποίησης καθώς, σύμφωνα και με τον Σ.Φρόιντ, η μεγιστοποίηση στο πεδίο της οικονομίας δεν είναι παρά μια συμπιεσμένη μεγιστοποίηση μέσα στα πλαίσια και τους κανόνες του «πολιτισμένου» φιλελεύθερου καπιταλισμού.[13]
   Από τα παραπάνω γίνεται εμφανές γιατί στην περίπτωση της Ελλάδας αν και οι πρώιμες θεσμικές μεταρρυθμίσεις εισήγαγαν τυπικά σύγχρονες φιλελεύθερες δομές, ο πρακτικός Λόγος  παραμένει ωστόσο σε μεγάλο βαθμό ριζωμένος σε παραδοσιακές μορφές. Το νεώτερο ελληνικό κράτος ουδέποτε διαχωρίστηκε πλήρως από την κοινωνία με τον τρόπο που αυτό πραγματοποιήθηκε στη Δύση, με αποτέλεσμα η επινομή των αξιών να μη βασίζεται σε ορθολογικούς αγοραίους κανόνες, αλλά να προσλαμβάνει τη μορφή απονομής προνομίων εκ των άνω διαμέσου ενός εκτεταμένου δικτύου πελατειακών σχέσεων, στο κέντρο του οποίου βρίσκονται παλαιότερες και νεώτερες, αλλά πάντοτε ισχυρές, μορφές οικογενειακής και συγγενικής αλληλεγγύης.[14]  
   Ταυτόχρονα στην Ελλάδα η επιβίωση παλαιών μορφών αλληλεγγύης, εμπρόσωπης αμοιβαιότητας και καθήκοντος παρέμειναν περισσότερο δεσμευτικές από τις συμβατικές υποχρεώσεις που προέκυπταν από τους κανονιστικούς κώδικες με αποτέλεσμα να δημιουργείται σύγχυση μεταξύ «σφαιρών» και οι τελευταίοι να προσλαμβάνουν απλώς ονομαστική ισχύ.[15] Θα μπορούσαμε να πούμε συνοπτικά πως οι κανονιστικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των οικονομικών, των πολιτικών και των ιδιωτικών κωδίκων συμπεριφοράς, οι οποίες αποκρυσταλλώθηκαν στη Δύση, στην Ελλάδα ουδέποτε θεσπίστηκαν με σταθερό και πάγιο τρόπο αναπαράγοντας έτσι τη διαφθορά και την αναξιοκρατία στον δημόσιο βίο.
   Αν έννοιες όπως κοινωνία των πολιτών, ιδιωτικότητα και αναπαλλοτρίωτα δικαιώματα έχουν μικρό ως και ανύπαρκτο νόημα, ιδέες όπως η εντιμότητα, η ευθύνη η πειθαρχία, η χρηστότητα σχεδόν στερούνται του δεσμευτικού τους χαρακτήρα τον οποίο έχουν προσλάβει στη Δύση. Συνεπώς παρά τις όποιες προσπάθειες για θεσμικό και οικονομικό εκσυγχρονισμό η Ελλάδα ουδέποτε έγινε ουσιαστικά μια σύγχρονη χώρα. Ακόμα και όταν υποχώρησαν σε κάποιο βαθμό οι παραδοσιακές κοινωνικό-οικονομικές μορφές οργάνωσης μπροστά στη βαθμιαία κυριαρχία των  αποπροσωποποιημένων κοινωνικών σχέσεων του καπιταλισμού, οι κανονιστικές δεσμεύσεις στο πεδίο των συμπεριφορών ήταν πολύ δυσκολότερο να εισαχθούν και να επιβληθούν, ακριβώς επειδή η μακρά ιδεολογική διαδικασία που αποτελεί την απαραίτητη προϋπόθεση για κάτι τέτοιο δεν έλαβε ποτέ χώρα.[16]
   Στην Ελλάδα οι νόμοι και οι κανόνες υπάρχουν για να παρακάμπτονται αντί να αποτελούν τον ουσιώδη θεματοφύλακα της ατομικής ελευθερίας και της ισότητας του πολίτη. Αντιθέτως υποτιμώνται και απαξιώνονται σε μεγάλο βαθμό από σημαντικό μέρος της κοινωνίας με το να λογίζονται απλώς ως επιπρόσθετες, συγκεκριμένες, αντικειμενικές και υλικές «δυσκολίες», τις οποίες ο καθένας οφείλει να αντιμετωπίσει και να τις υπερβεί με σκοπό την άντληση όσο τον δυνατόν μεγαλύτερου προσωπικού οφέλους. Πράγματι οι Έλληνες θεωρούνται γνήσιοι και αυθεντικοί Έλληνες όταν πετυχαίνουν με την πανουργία τους εις βάρος των άλλων, όταν καταφέρνουν να απειθαρχούν σε συλλογικούς ή κοινωνικούς ορθολογικούς σκοπούς και να διαφεύγουν από την τσιμπίδα του  νόμου. [17]
   Συμπεριφορές τέτοιου είδους σε οποιαδήποτε εύτακτη κοινωνία με σοβαρή συντεταγμένη πολιτεία θα αποτελούσαν προφανείς παραβάσεις της βασικής κοινωνικής σύμβασης εφόσον παραβιάζουν κατάφορα όχι μόνο την ισότητα απέναντι στο νόμο αλλά και την ιδέα των συμβατικά οριζόμενων υποχρεώσεων και δικαιωμάτων του πολίτη. Όποιος δεν μπορεί να αποδεχτεί την αναγκαιότητα της συμμόρφωσης με σκοπό την οικοδόμηση μια εξορθολογισμένης και εκλογικευμένης  κοινωνίας στο σύνολο της, χαρακτηρίζεται αυτομάτως στον δυτικό κόσμο ως «τζαμπατζής», απομονώνεται και απαξιώνεται ηθικά καθώς δεν θεωρείται άξιος να του αναγνωρίζονται τα ίσα πολιτικά του δικαιώματα.[18] Αντιθέτως στην Ελλάδα οι «free rider» συμπεριφορές που περιγράψαμε γίνονται αντικείμενο θαυμασμού και μίμησης καθώς προσιδιάζουν τα χαρακτηριστικά του «ξέγνοιαστου καβαλάρη», του «μοναχικού καουμπόι» που περιπλανιέται ελεύθερος και ανεξάρτητος στη «χώρα των θαυμάτων», ενώ δύναται να λειτουργεί αυτόνομα και να γράφει στα παλαιότερα των υποδημάτων του τυπικούς αλλά και άγραφους νόμους και κανόνες.


ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

      Είδαμε πως το πέρασμα από τη δικτατορία στη μεταπολιτευτική κοινοβουλευτική δημοκρατία δεν σηματοδοτήθηκε από κάποιο λαϊκό κίνημα ή εξέγερση και ως εκ τούτου δεν έφερε τις «υπογραφές» ενός άτυπου κοινωνικού συμβολαίου από τις δύο μεριές των εξουσιαστών και των εξουσιαζόμενων. Αντ’ αυτού η μετάβαση στη δημοκρατία πραγματοποιήθηκε πρωτίστως από χαρισματικές προσωπικότητες και δευτερευόντως από τα κόμματα που δημιούργησαν. Αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας ήταν η δημιουργία μιας ανοικτής στη βάση της δημοκρατίας, συγκεντρωτικής και προσωποκεντρικής δε στην κορυφή της. Ως εκ τούτου κατάφεραν να επιβιώσουν στη νεότευκτη δημοκρατία παλαιοκομματικά χαρακτηριστικά όπως ο λαϊκισμός και η κομματική γραφειοκρατική πατρωνία που σε συνδυασμό με το περιορισμένο κοινωνικό κεφάλαιο και την σχεδόν ανύπαρκτη κοινωνία πολιτών  βοηθούν στην δημιουργία και αναπαραγωγή παραβατικών συμπεριφορών και την εμφάνιση συμπτωμάτων διαφθοράς στη δημόσια σφαίρα.
   Πολλά από αυτά τα χαρακτηριστικά είναι κληροδοτήματα από την οθωμανική κατάκτηση και το «σουλτανιστικό» καθεστώς τα οποία έχουν περάσει σε μεγάλο βαθμό στη μια εκ των δύο κυρίαρχων πολιτισμικών παραδόσεων, που είναι βαθύτατα εμποτισμένη από το ορθόδοξο θρησκευτικό συναίσθημα. Κύρια χαρακτηριστικά της είναι ό έντονος κρατικισμός με έφεση στον πατερναλισμό και τον προστατευτισμό,  η αντίδραση στον καπιταλισμό και η αυταρχική αντίσταση σε κάθε τι το ξένο και το καινούριο, που αντιμετωπίζεται ως απειλή για την σταθερότητα και την κοινωνική ευταξία. Στον αντίποδα βρίσκεται η μεταρρυθμιστική παράδοση, η οποία εμπνεόμενη από τα πνευματικά και πολιτικά προτάγματα του Διαφωτισμού, είναι περισσότερο εξωστρεφής και προσανατολισμένη στη Δύση και απολύτως δεκτική σε καινοτομίες και μεταρρυθμίσεις.  Μεταξύ των δύο αυτών αντιμαχόμενων παραδόσεων δεν επήλθε ποτέ με κάποιο άτυπο συμβολαιακό τρόπο η κοινωνική συναίνεση και ως εκ τούτου παρά τις προσπάθειες σε θεσμικό επίπεδο δεν έγινε εφικτό να πραγματοποιηθεί ο εξορθολογισμός της ελληνικής κοινωνίας και να ολοκληρωθεί η μετάβαση στον εκσυγχρονισμό και τη νεωτερικότητα.
   Αντ’ αυτού καλλιεργήθηκε ένας άναρχος ατομικισμός με «free rider» συμπεριφορές που πολλές φορές αγγίζει τα όρια του αμοραλισμού. Η σχέση ατομικού-συλλογικού κατέστη μονίμως προβληματική με το ατομικό όφελος να ιεραρχείται τις περισσότερες φορές υψηλότερα του συλλογικού. Λέξεις όπως η εντιμότητα, η χρηστότητα, το εργασιακό ήθος και η πειθαρχία, η εξειδικευμένη αρμοδιότητα  και η οργανωτική ορθολογικότητα παρέμειναν κενές νοήματος στην ελληνική κοινωνία, εφόσον δεν απέκτησαν ποτέ τον δεσμευτικό χαρακτήρα που προσέλαβαν στη Δύση. Αντιθέτως λέξεις όπως πανουργία, απειθαρχία, κουτσαβακισμός, κρατολαγνεία και κρατοφοβία, που αποτελούν αντεστραμμένες όψεις του ίδιου νομίσματος, απάτη και φοροδιαφυγή, αποτελούν έννοιες γνώριμες για τον μέσο Έλληνα, εκδηλώνονται συνεχώς και απροκάλυπτα χωρίς να συνεπάγονται την ηθική και πολιτική απαξίωση.
   Το κανονιστικό νομικό πλαίσιο από την άλλη δεν κατόρθωσε να εκσυγχρονιστεί να γίνει άμεσο και προσωποποιημένο αλλά παρέμεινε αίολο και αφηρημένο. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα πολλοί νόμοι να μην έχουν ουσιαστική ισχύ και το κράτος να μην αντιμετωπίζεται με τη δέουσα σοβαρότητα, αλλά σαν άλλο ένα σημαντικό πεδίο αποκομιδής προσόδων και κερδών για το ατομικό και κορπορατιστικό «λαμβάνειν», χωρίς την υποχρέωση ανταπόδοσης ούτε την στοιχειώδη νομιμοφροσύνη.
   Αυτά είναι κατά τη γνώμη μας τα κυριότερα αίτια της κοινωνικής και πολιτικής κρίσης που βιώνει σήμερα η χώρα. Ωστόσο θα πρέπει να διευκρινίσουμε εδώ, ότι για την παρούσα οικονομική κρίση όλα τα παραπάνω αποτελούν μόνο τη μια πλευρά του προβλήματος, ιδωμένα από τη σκοπιά της κοινωνιολογικής προσέγγισης στην ελληνική κοινωνία. Η παγκόσμια οικονομική κρίση είναι μια άλλη συζήτηση, καθώς αποτελεί ένα πολύ μεγαλύτερο και πιο σύνθετο πρόβλημα. που περιλαμβάνει οικονομικές και πολιτικές σκοπιμότητες, οι οποίες πολλές φορές ξεπερνάνε τα όποια εθνικά σύνορα.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


Αλεξάκης Μ., Καθένας για τον εαυτό του και όλοι εναντίον όλων: Θέσμιση του δημόσιου χώρου, πολιτική κουλτούρα και κοινωνικές συγκρούσεις στην Ελλάδα, στο Κονιόρδος Σ. (επιμ.), Ανθολόγιο. Όψεις της Σύγχρονης Ελληνικής και Ευρωπαϊκής Κοινωνίας, ΕΑΠ, Πάτρα, 2008.

Παναγοπούλου Ρ., «Ορθολογικές» ατομοκεντρικές πρακτικές στα πλαίσια ενός «ανορθολογικού πολιτικού συστήματος» στο Όψεις της Σύγχρονης Ελληνικής Κοινωνίας, επιμ. Κονιόρδος Σ., εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα, 2008.

Τσουκαλάς Κ., «Τζαμπατζήδες» στη χώρα των θαυμάτων: Περί Ελλήνων στην Ελλάδα, στο Όψεις της Σύγχρονης Ελληνικής Κοινωνίας, επιμ. Κονιόρδος Σ., εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα, 2008.




[1] Αλεξάκης Μ., Καθένας για τον εαυτό του και όλοι εναντίον όλων: Θέσμιση του δημόσιου χώρου, πολιτική κουλτούρα και κοινωνικές συγκρούσεις στην Ελλάδα, στο Όψεις της Σύγχρονης Ελληνικής Κοινωνίας, επιμ. Κονιόρδος Σ., εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα, 2008, σ.105.
[2] Στο  ίδιο, σ.105
[3] Στο λιδιο, σ.109-110 και 116
[4] Στοι ίδιο, σ.111
[5] Στο ίδιο, σ.112
[6] Στο ίδιο, σ.113
[7] Δεν δύναται να παραβλέψει κανείς, ειδικά σήμερα μετά από μια πενταετή περίοδο αυστηρής οικονομικής λιτότητας, την εμφάνιση στο προσκήνιο μίας νέας τάσης της ελληνικής κοινωνίας που φαίνεται να λειτουργεί συνδετικά, καθώς συνδυάζει στοιχεία και από τις δύο κυρίαρχες κουλτούρες. Κύρια χαρακτηριστικά της αποτελούν ο απολιτικός χαρακτήρας της, το ευρωπαϊκό όραμα για την κοινωνία αλλά με διατήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς και παράδοσης μέσω μιας «free ridership» ρητορικής (που είναι περισσότερο εμφανής εδώ), η κριτική στάση απέναντι στις δύο κυρίαρχες παραδόσεις (και τα κόμματα που τις εκφράζουν) και μια σθεναρή αντίσταση απέναντι σε ορισμένες, αν όχι όλες, εκφάνσεις της παγκοσμιοποίησης. Τελευταία, ολοένα και πληθαίνουν οι φωνές για δικαιότερη και επιεικέστερη μεταχείριση από τους Ευρωπαίους εταίρους μας, ενώ η εσωτερική σταθερότητα και ευημερία επανεξετάζονται από μεγάλο μέρος της κοινωνίας με περισσότερο εθνικά και λιγότερο υπερεθνικά ή διεθνιστικά κριτήρια. Μάλιστα κάποιοι πολιτικοί συνδυασμοί όπως οι «ανεξάρτητοι Έλληνες», το «ποτάμι» η «Δημάρ» φαίνεται να αντλούν τους ψηφοφόρους τους από το συγκεκριμένο  «απολιτίκ» χώρο, αν και εκ πρώτης όψης τα κόμματα αυτά διαφέρουν ριζικά στην πολιτική τους ιδεολογία, ενώ παράλληλα σύγχρονες «δεξαμενές σκέψης» (think tanks) που απαρτίζονται από επιφανείς λόγιους ανθρώπους του πνεύματος, παρέχουν το κατάλληλο ιδεολογικό υπόβαθρο.
[8] Τσουκαλάς Κ., «Τζαμπατζήδες» στη χώρα των θαυμάτων: Περί Ελλήνων στην Ελλάδα, στο Όψεις της Σύγχρονης Ελληνικής Κοινωνίας, επιμ. Κονιόρδος Σ., εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα, 2008, σ.220
[9] Στο ίδιο, σ.116 και Παναγοπούλου Ρ., «Ορθολογικές» ατομοκεντρικές πρακτικές στα πλαίσια ενός «ανορθολογικού πολιτικού συστήματος» στο Όψεις της Σύγχρονης Ελληνικής Κοινωνίας, επιμ. Κονιόρδος Σ., εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα, 2008, σ. 259
[10] Η φράση αποδίδεται στην ελληνική ως «τζαμπατζής» αλλά εμπεριέχει σαφώς και την έννοια της ατομικότητας και της ανεξαρτησίας του «ελεύθερου και ξέγνοιαστου καβαλάρη» που αψηφά νόμους και κανόνες.
[11]Αλεξάκης Μ., ό.π. , σ.116
[12] Τσουκαλάς Κ., ό.π. σ.218- 223
[13] Στο ίδιο, σ.221
[14] Όλοι έχουμε ακούσει τη γνωστή φράση «έχει μπάρμπα στη Κορώνη» που ανάγεται στην Οθωμανοκρατία και χρησιμοποιείται ευρέως μέχρι σήμερα  για να δηλώσει πως κάποιος απολαμβάνει ξεχωριστά προνόμια, τυγχάνει ιδιαίτερης μεταχείρισης και έχει μια περίεργη προτεραιότητα ως προς κάποιες δημόσιες θέσεις ή παροχές.
[15] Εδώ χαρακτηριστικά θα μπορούσαμε να αναφέρουμε την ελαστικότητα του νόμου για ορισμένες μικροπαραβάσεις του κ.ο.κ. ή ακόμα και τον αντικαπνιστικό νόμο ,που αν και δεν έπαψε να ισχύει, ωστόσο δεν  εφαρμόζεται σε πλείστες των περιπτώσεων
[16] Στο ίδιο, σ. 224-225
[17] Στο ίδιο, σ.227-228
[18] Στο ίδιο, σ.220

Saturday, March 1, 2014

Η 4η Σταυροφορία και η άλωση από τους Φράγκους. Ο ρόλος της Βενετίας.


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ


ΕΙΣΑΓΩΓΗ
ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ Δ΄ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ
Η ΠΑΡΕΚΚΛΙΣΗ ΤΗΣ Δ΄ΣΤΑΥΡΟΦΟΡIAΣ
Η ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ  ΦΡΑΓΚΟΥΣ 
ΕΠΙΛΟΓΟΣ – ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ 
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 








ΕΙΣΑΓΩΓΗ
   Η σχέση της Βενετίας με το Βυζάντιο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σαν μια σχέση «αγάπης και μίσους» μεταξύ των δύο, αφού για πολλούς αιώνες στο παρελθόν η Βενετία είχε υπάρξει βυζαντινή κτήση και επαρχία, αλλά και πολύτιμος σύμμαχος των Βυζαντινών, όπως την άνοιξη του 1084 εναντίον των Νορμανδών, όπου οι Βενετοί υπέστησαν μεγάλες απώλειες στην προσπάθεια τους να απωθήσουν τον κοινό εχθρό.  Τα γεγονότα όμως του 1171 επί αυτοκρατορίας Μανουήλ και οι καταστροφές που υπέστησαν οι Βενετοί κάτοικοι της Κωνσταντινούπολης, είχαν επιφέρει ένα ανεπανόρθωτο πλήγμα στις σχέσεις των δύο κρατών. [1]
   Ο Ισαάκιος Β΄ Άγγελος, προσπάθησε να μεταστρέψει κάπως το αρνητικό κλίμα και να αμβλύνει την αμοιβαία αντιπάθεια και εχθρικότητα Ελλήνων και Λατίνων, επαναφέροντας τα εμπορικά προνόμια των Βενετών και τις εκτάσεις τους στην Πόλη και συμφωνώντας παράλληλα για την καταβολή αποζημιώσεων με τρία χρυσόβουλα που υπογράφηκαν από τον ίδιο το Φεβρουάριο του 1187.[2]  Η συνθήκη αυτή αναδιατυπώθηκε αργότερα με νέο χρυσόβουλο από τον αυτοκράτορα Αλέξιο Γ΄ προς τον νέο δόγη της Βενετίας Ερρίκο Δάνδολο το Σεπτέμβριο του 1198. Μάλιστα για την καινούρια αυτή συνθήκη συντάχθηκε ένας λεπτομερής κατάλογος, ο οποίος περιελάμβανε όλες τις σημαντικές πόλεις της εποχής καθώς και τα λιμάνια, τα νησιά και γενικότερα κάθε επαρχία και κτήση της αυτοκρατορίας από το Δυρράχιο μέχρι την Ανατολή, με εξαίρεση τις επαρχίες της μαύρης θάλασσας. Αυτός ο γεωγραφικός χάρτης θα χρησίμευε έξι χρόνια αργότερα στους Βενετούς και τους αρχηγούς της 4ης σταυροφορίας για την διανομή των εδαφών της αυτοκρατορίας[3].
   Το χρυσόβουλο αυτό ήταν και το τελευταίο του είδους του. Τον Ιανουάριο του ίδιου έτους εξελέγη πάπας ο Ιννοκέντιος Γ΄, ο οποίος έθεσε ως προτεραιότητα του να οργανώσει μια νέα σταυροφορία για να επιτύχει ότι δεν επέτυχε ο Γερμανός αυτοκράτορας Φρειδερίκος Μπαρμπαρόσα στην Γ΄ σταυροφορία, δηλαδή την απελευθέρωση της Ιερουσαλήμ.[4]
   Στην εργασία που ακολουθεί, θα μας απασχολήσει ο ρόλος της Βενετίας στον σχεδιασμό και στην οργάνωση της Δ΄ σταυροφορίας καθώς και στην διανομή των εδαφών της βυζαντινής αυτοκρατορίας ως επακόλουθο της κατάκτησης της από τους Φράγκους.





Sunday, January 26, 2014

Η αιώνια μάχη της διαίσθησης εναντίον του ορθολογισμού και ο ρόλος της εμπειρικής γνώσης.


Αθήνα
27/01/2014

 Σε διάφορες συζητήσεις που λαμβάνουν χώρα, εκτός από τα κάθε είδους τετριμμένα δίπολα,που αφορούν συνήθως στο προς ανάπτυξη θέμα, υπάρχει και ένα πολύ έντονο που φαίνεται να διακατέχει τους συνομιλητές. Αφορά στον τρόπο προσέγγισης της γνώσης και της αλήθειας.
   Υπάρχουν οι "ορθολογιστές", οι οποίοι διαρκώς διαρρηγνύουν τα ιμάτια τους για την εγκυρότητα της επιστήμης και μιλούν συνεχώς με αριθμούς, στοιχεία και ντοκουμέντα, ζητώντας πάντα από τον συνομιλητή τους να αποδείξουν τα όσα λέγουν με τεκμηριωμένες πηγές. Από την άλλη, υπάρχουν και αυτοί που προσλαμβάνουν και μεταδίδουν γνώση και με άλλους τρόπους εκτός της "γραμμικής" λογικής, χρησιμοποιώντας κυρίως την διαίσθηση τους ή ακόμα και την ενόραση, καθώς φαίνεται να έχουν τα δύο αυτά χαρακτηριστικά ανεπτυγμένα σε μεγαλύτερο βαθμό από τους ορθολογιστές, που προσπαθούν με καθαρά "επιστημονικές" μεθόδους και ανάλογη επιχειρηματολογία να "επιβληθούν" έναντι των συνομιλητών τους. Οι χειρότεροι μάλιστα εξ αυτών και σαφώς πολυπληθέστεροι, είναι οι επιστημονικοφανείς, αυτοί που δεν γνωρίζουν πραγματικά και σε βάθος το αντικείμενο για το οποίο μιλάνε, αλλά προσπαθούν να πείσουν με δήθεν επιστημονικό λόγο, κρυμμένοι συνήθως πίσω από μια ιδιότητα, χωρίς όμως ο λόγος τους καθαυτός να αποτελεί πραγματική ακλόνητη επιστημονική αλήθεια.
   Το να παραδεχτούμε πως η γνώση δεν διδάσκεται μόνο μέσα από τις πηγές και τα βιβλία, αλλά μπορεί να είναι διαισθητική-ενορατική ή και εμπειρική-βιωματική, είναι κάτι που δεν χωράει αμφιβολία, καθώς έχει υπάρξει κοινός τόπος για πολλούς αρχαίους και νεότερους φιλόσοφους. Η εμπειρική γνώση είναι ευκόλως αντιληπτή στην καθημερινή μας ζωή. Ξέρεις π.χ., πως αν πιεις πολύ, θα μεθύσεις, δεν το έμαθες από κάποιο μυθιστόρημα ή δοκίμιο και σίγουρα δεν κατάλαβες τι σημαίνει "μεθάω" ακόμα και αν το διάβασες σε κάποιο βιβλίο. Η εμπειρική γνώση όμως που αποκόμισες ύστερα από ένα γερό μεθύσι είναι αδιαμφισβήτητη. Γνωρίζεις από πρώτο χέρι τη ζαλάδα, την ενόχληση στο στομάχι και το "βαρύ και ασήκωτο κεφάλι". Επίσης δεν χρειάστηκε ποτέ να διαβάσεις τίνος παιδί είσαι (τις περισσότερες φορές..), ποιας εθνικότητας,πως περπατάς, πως κολυμπάς, πως κάνεις ποδήλατο και πως ακριβώς γίνεται η γενετήσια πράξη. 
   Είναι σαφές και πέραν κάθε αμφισβητήσεως, πως όλα τα παραπάνω είναι έμφυτα σε κάθε άνθρωπο και είναι γνώση που έχει προέλθει κυρίως είτε από την εμπειρία είτε από την διαίσθηση. Το ίδιο ανόητο θα ήταν να προσπαθήσει να αμφισβητήσει κανείς την δύναμη και την ωφέλεια της λογικής, του ορθολογισμού και του επιστημονικού λόγου ως μέγιστη πηγή λήψης και μετάδοσης γνώσης. Αφού λοιπόν και διαίσθηση και λογική είναι αναντίρρητα πρωταρχικές πηγές λήψεως γνώσης και τεκμηρίωσης, γιατί φαίνονται οι διάφοροι συνομιλητές να πολώνονται στα δύο αντίπαλα στρατόπεδα της διαίσθησης-ενόρασης και της λογικής-ορθού λόγου;
  Το ερώτημα αυτό φαίνεται να απασχόλησε την κλινική ψυχολόγο Madeleine L. Van Hecke στο βιβλίο της "Τυφλά σημεία" στις εκδόσεις modern times. Με καθημερινό απλό λόγο η συγγραφέας προσπαθεί να εξηγήσει γιατί οι άνθρωποι πέφτουν σε αυτή την παγίδα και μπορώ να πω, πως ταυτίστηκα απολύτως με τα συμπεράσματα της στο συγκεκριμένο θέμα. Χωρίς να έχω διαβάσει όλο το βιβλίο, που είναι σχετικά μεγάλο, θα παραθέσω το απόσπασμα που απαντά στο παραπάνω ερώτημα: 

Μην καίμε μαζί με τα ξερά και τα χλωρά!

Επειδή νοιώθουν απόμακρες τις θέσεις κάποιων ανθρώπων που κυβερνώνται από τη λογική, όσοι θεωρούν ότι χρησιμοποιούν περισσότερο τη διαίσθηση τους έχουν μερικές φορές τα δικά τους τυφλά σημεία. Απορρίπτουν ασυζητητί τη λογική σκέψη, χωρίς όμως να απορρίπτουν στην πραγματικότητα την ικανότητα μας να σκεφτόμαστε λογικά. Εναντιώνονται στην ψυχρότητα της λογικής ή στην υπεροπτική στάση κάποιων ανθρώπων που κυβερνώνται από τη λογική ή στην υποτίμηση των συναισθημάτων και της διαίσθησης. Μαζί με τα ξερά καίνε και τα χλωρά. Μπορούμε όμως να χρησιμοποιούμε τη λογική χωρίς να είμαστε ψυχροί και χωρίς να μας λείπουν τα συναισθήματα. Μπορούμε να καταλήγουμε σε συμπεράσματα που στηρίζονται στη λογική  και ωστόσο να σεβόμαστε τη διαίσθηση όσων δεν μπορούν ακόμη να στηρίζουν τις ιδέες τους σε πλήρως ανεπτυγμένους συλλογισμούς.
Αντί να απαιτούμε από τους άλλους αποδείξεις για τα λεγόμενα τους -στα οποία μπορεί να έχουν καταλήξει χωρίς ιδιαίτερη σκέψη- θα μπορούσαμε να υιοθετήσουμε έναν πιο ερωτηματικό τόνο. Αν αποδεχτούμε ότι όλοι έχουμε πολλές πεποιθήσεις και απόψεις που στηρίζονται σε ασαφείς για μας λόγους, μπορούμε να ρωτάμε "Γιατί το πιστεύεις αυτό;" -με αληθινή όμως περιέργεια και όχι χαμογελώντας περιφρονητικά. [...]

 ΠΡΟΚΑΤΑΒΟΛΙΚΑ

Ακόμα και αν έχουμε ανακαλύψει και αξιολογήσει τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε, υπάρχει περίπτωση να καταλήγουμε σε λανθασμένα συμπεράσματα σε προβλήματα της καθημερινότητας. Αυτό οφείλεται κυρίως στο ότι αποδεικνύονται λανθασμένα τα δεδομένα στα οποία στηρίζουμε τη σκέψη μας. Για να σκεφτούμε αποτελεσματικά τα καθημερινά μας προβλήματα, πρέπει να είμαστε όσο πιο σίγουροι μπορούμε ότι τα δεδομένα μας είναι ακριβή. Πως μπορούμε να το καταφέρουμε αυτό; Όπως μας προτείνει η Σίνθια, το παιδί για το οποίο μιλάμε στο επόμενο κεφάλαιο, πρέπει να αναζητάμε εμπειρικές αποδείξεις.[...] Αλλά όπως δείχνει η ιστορία της Σίνθια, αυτό δεν είναι τόσο απλό.

ΒΑΝ ΧΕΚ ΜΑΝΤΛΙΝ,ΤΥΦΛΑ ΣΗΜΕΙΑ
Γιατί οι έξυπνοι άνθρωποι κάνουν ηλίθια πράγματα,
εκδ. modern times,σ.208-210

   Η υπεροπτική "ξύλινη" γλώσσα των ορθολογιστών διανοούμενων,  η ψυχρότητα της λογικής και η γραμμικότητα του ορθού λόγου φαίνονται να είναι τα κυριότερα στοιχεία που κάνουν τα άτομα με ανεπτυγμένη διαίσθηση να αντιδρούν στην μονόπλευρη ορθολογιστική αντίληψη των πραγμάτων. Από την άλλη η υποτίμηση της διαίσθησης και των συναισθημάτων, της ενόρασης και της αξίας της εμπειρικής γνώσης είναι συνηθισμένες πρακτικές στους κόλπους των ορθολογιστών, απορρίπτοντας έτσι μεγάλο μέρος της γνώσης που ναι μεν τεκμαίρεται, ωστόσο δεν τεκμηριώνεται ή δεν τεκμηριώνεται επαρκώς. 
   Το κλειδί για άλλη μια φορά είναι το μέτρο και η σωστή αξιολόγηση και των δύο παραμέτρων. Ας μην ξεχνάμε πως η λογική είναι αυτή που κάνει τον άνθρωπο να ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα ζώα, αλλά και πως η διαίσθηση ενυπάρχει στη φύση και συναντάται σε διαφορετικό βαθμό σε όλα τα ζώα, συνεπώς και στον άνθρωπο. Είναι δύο διαφορετικές διαδρομές, που συνδυαστικά και μόνο μπορούν να μας οδηγήσουν στην απόλυτη αλήθεια, η οποία δεν είναι μια "φιλοσοφική λίθος", αλλά μια πραγματική κατάσταση ολιστικής αντίληψης του φυσικού και μεταφυσικού κόσμου. Αν αποσπαστεί κάποιος από αυτόν τον δεσμό λογικής-συναισθήματος-εμπειρίας και σκέφτεται περισσότερο με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, είναι πολύ εύκολο να έρθει αντιμέτωπος με διάφορες αλήθειες, αντίθετες ως και ασύμβατες η μια με την άλλη. Η λογική αν και η πιο τέλεια διαδικασία της ανθρώπινης διάνοιας, δεν έχει καμία αξία και καμία βαρύτητα, αν αποσπαστεί από την αρχέγονη διαίσθηση, το παντοδύναμο ένστικτο, που σημειωτέον, μπορεί και αυτό να αναπτυχθεί και να καλλιεργηθεί, όπως ακριβώς και η λογική. (ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΕΝΣΤΙΚΤΩΔΗ ΤΟΞΟΒΟΛΙΑ)
   Ιδιαιτέρως δε στα καθημερινά πράγματα, θα πρέπει να δίνεται μεγάλη σημασία στην εμπειρική γνώση και στην εμπειρική τεκμηρίωση, κάτι που μπορεί να ακούγεται απλό, αλλά δεν είναι, καθώς όταν πρόκειται να πάρουμε κάποια σημαντική απόφαση, κατά κύριο λόγο είτε παραδινόμαστε στο κύρος και την παντοδυναμία της λογικής και του ορθώς τεκμηριωμένου λόγου, είτε απλώς πέφτουμε θύματα διάφορων συναισθηματισμών, αγνοώντας παντελώς το πρακτικό αδιαμφισβήτο όφελος της εμπειρικής τεκμηρίωσης, που αν και δεν είναι απόλυτη και ασφαλώς ούτε και αλάθητη (Η γνωσιολογική σημασία της επαγωγής στη νεώτερη φυσική φιλοσοφία) , αποτελεί ωστόσο μια επαρκή κατευθυντήρια γραμμή, εφόσον αυτή εξετάζεται πάντοτε υπό το πρίσμα μιας λογικής αλλά ταυτόχρονα και διαισθητικής/συναισθηματικής βάσης.

Ιωάννης Κατής 

Friday, December 27, 2013

Τhe fall of Troy (Helen's Mourn) Ioannis Katis 26/08/2011

Francisco Collantes, (1599–1656)

Τhe fall of Troy (Helen's Mourn)


Ten years outside
the walls of Troy now we've been
too many killings and
blood we have seen.

I still remember
Patroclus death
and how Achilles
took his revenge.

He killed their best,
Hector now rests
behind the walls of Hades
he builds his nest.

But still the burden,
lies on Achilles chest
to take the city
his only request.

So many times,
we charged on their wall
and many have died,
a bloody toll.

Who will be left
to see the city fall?
Odysseus has
the final call.

Resting one night
close to the fire
his heart is filled
with homesick desire.

He misses his land,
his son and his wife
he has to break in
or pay with his life.

And so as he is looking
his shield carved with horses
a brilliant idea,
his mind now crosses.

He found the way ,
how to break in,
surprise the enemy
and kill from within.

He orders to build
a giant wooden horse
and draws all the ships
away from shore.

A gift from Poseidon ,
the poor Trojans thought
and brought their gift
inside their court.

All day they were feasting,
it was late night when they stopped
dancing and singing
around the horse.

Women and wine
brought them to sleep
Laocoon had warned them
"Beware of the Greeks..."

They slipped from it's belly,
hanging on rope
the Trojans were doomed,
there was no hope.

The best of the Greeks ,
were inside the walls
they gave the signal
and opened the doors.

Thousands of Greeks
invaded at once
the Trojans asleep,
they had no chance.

Their only care now
their post humus fame...
Priam watches
his city in flames.

Women and children,
they must escape
and save the race,
or meet their fate.

Paris is proud
and would not kneel
he shoots an arrow
to Achilles heel.

The only part
he could be wounded
he'd never have guessed
that Paris would knew it.

Apollo was angered
from his arrogant pride
and uncovered the secret
in Paris's mind.

The city is burning
and statues fall
hundreds of babies
are cast from the wall.

Women are raped
and Helen mourns
she wonders if this
is all her fault.

The Soundtrack: